Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

ΕΝΑΣ ΚΟΚΟΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΛΕΙ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ


(Παραιτήθηκε ο Γενικός Πρόεδρος της Ομόνοιας, Λεωνίδας Παππάς)

Νύχτα παραιτήθηκε ο Γενικός Πρόεδρος της Ομόνοιας. (Μας τα πρόκοψε και ο Λεωνίδας). Στον κατακαημένο τόπο μας όλα στο σκοτάδι γίνονται.

Και σε προκαλούν, σε αναγκάζουν τα γεγονότα αυτά - όσο αθώος κι αν είσαι - να γίνεσαι καχύποπτος.

Να κοιτάς, να ψάχνεις, πίσω από τα γεγονότα.  

Ο Λεωνίδας Παππάς έπρεπε να είχε παραιτηθεί. Τώρα είναι αργά. Μας έβλαψε με την ακυβερνησία του, τη χρονοτριβή του.

Μας πήγε, κι αυτός, κι άλλο πίσω.

Όλο αυτό το διάστημα δεν είχε τίποτε ξεκάθαρο για το πού μας οδηγεί. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Μάλλον δεν το ήξερε από την αρχή. Γι’ αυτό, με την εκλογή του, με την ανάδειξή του, κάλεσε τους σοφούς του τόπου μας να μάθει την κατάσταση.

Ίσως να τον οδήγησε προψές, στην αναμενόμενη προ καιρού παραίτησή του, η σίγουρη ήττα του στις επόμενες εκλογές της οργάνωσης.

Υπάρχει και το άλλο ενδεχόμενο. Να άδειασε τη γωνιά με συμφωνία, με εντολή, για να προωθηθεί σε άλλη θέση. Να στηριχθεί στις τοπικές εκλογές που ξημερώνουν.  

Να πω ότι κάποιος του το έβαλε στον κρόταφο για να φύγει;! Με την έννοια ότι θέλουν να λαλεί μόνο ένας κόκορας στον τόπο μας (ο Ντούλες) κι υποταχτικέ;! Αν είναι αυτό να βγει, αν έχει κότσια και να το διαλαλήσει!

Υστερόγραφο:

Ετούτη είναι η δεύτερη παραίτηση Γενικού Προέδρου της Ομόνοιας, μετά απ’ εκείνη του Ανδρέα Ζαρμπαλά, που έγινε μέρα μεσημέρι, όχι μεσάνυχτα. Κι είχε σοβαρό λόγο: Σχεδόν όλο το Γενικό Συμβούλιο λειτουργούσε εξαρτημένο από κέντρα.

Άλλοι αποφάσιζαν για μας. Κι αποφασίζουν.

Κι είχε κόσμο ο τόπος τότε, η Εθνική Οργάνωσή μας είχε μέλη.

Τώρα η κονταρομαχία γίνεται απλά να κερδηθεί η θέση στρατηγού χωρίς στρατιά.

Ο τόπος άδειασε.

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
25/04/2018

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Η ΜΠΕΚΙΑΡΩ

(Σύμφωνα με αφήγηση του Γιάννη ΜΠΕΚΙΑΡΗ)

H Μαρίκα γεννήθηκε στη Σμύρνη. Με την καταστροφή γυρίζει στη Δερβιτσάνη και παντρεύεται τον Μιχάλη Μπεκιάρη. Αποκτούν μαζί τρεις γιους: Το Βαγγέλη, που τον σκότωσαν οι ΕΑΜ - ητες στο Μέτσοβο, την περίοδο της ένταξής του με το Ζέρβα, τον Κώστα, που πέθανε στην Αμερική και τον Γιάννη.

Τον Οκτώβρη του ‘45 εξορίζεται η οικογένειά της, λόγω λιποταξίας των δύο πρώτων γιών. Η ιδέα της φυγής τους απ’ τον τόπο τους, ήταν η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. Πήγαν, για να οργανωθούν, πέρα από το σύνορο.

«Προτού μας μεταφέρουν σε παλιό ιταλικό στρατόπεδο της Κρούγια - αφηγείται ο Γιάννης - μας ταλαιπώρησαν, σχεδόν ένα μήνα, σε υγρά μπουντρούμια του κάστρου.
Η Κάμζα ήταν ο δεύτερος σταθμός απομόνωσης. Εκεί μας κρατούσαν μέσα σε συρματοπλέγματα. Ζούσαμε σε παράγκες, στηνόμασταν σε ουρά, για να παίρναμε το ζουμωνέρι σε γκαβέτα. Μετά από τρία χρόνια μας απόλυσαν».

Δύο χρόνια άφησαν την οικογένεια κάπως ήσυχη. Το ‘50, ίδιο μήνα, Οκτώβρη, πάλι την εξορίζουν, γι’ άλλα τρία χρόνια. Η αιτία; Ό,τι είχε μπει ο Κώτσιος Μπεκιάρης στο χωριό. Αληθινό γεγονός. Είχε έρθει και κρύφτηκε μια βδομάδα σε μπίμιτσα του Μπεκιάρη. Ο Γιάννης του πήγαινε νερό, φαγητό.
Στο Τεπελένι υποφέρανε πολύ. Κάθε πρωί όλους τους κρατούμενους τους οδηγούσαν στο βουνό, για να ‘κοβαν ξύλα και να τα κατέβαζαν ζαλωμένοι στο στρατώνα.
Μια αμνηστία τους γύρισε ξανά στο χωριό.

Πάντα το σπίτι, στην επιστροφή, το ‘βρισκαν άδειο, ρημαγμένο, δεν υπήρχε ούτε κουτάλι. Στην κατάσχεση τα καλύτερα τα έπαιρναν οι καλοί. Τίποτα δεν περίσσευε γι’ άλλους.
Σεντούκι, προίκα, κατσαρόλες, μπακιρικά … όλα άλλαζαν σπίτι. Άφηναν κρεμασμένη στον τοίχο, μόνον τη φωτογραφία του Μιχάλη, με την μαύρη κορδέλα του πένθους πάνω της.

«Το ‘49 θα ήτανε, αν δεν με απατά η μνήμη - μας αφηγείται άλλο περίεργο γεγονός ο Γιάννης, - η Μάνα μου μια χαραή, βρίσκει πίσω από την πόρτα του σπιτιού μάτσο με χρήματα.
Έρχεται μέσα και μου λέει: -Σήκω! Έλα να σου δείξω!
Ήταν λεφτά, σκύβω να τα πάρω.
-Μην τα πειράζεις! Μας δοκιμάζουν!
Ήταν πανέξυπνη γυναίκα.
Τα τυλίξαμε σ’ εφημερίδα και μόλις ξημέρωσε με στέλνει στο θείο Νάσο Μάνο στους Αγίους Σαράντα, ο οποίος αφού ακούει με προσοχή την όλη ιστορία, δρομολογεί λύση. Με τον αδελφό του, τον Βαγγέλη, απόφοιτο της Εμπορικής Σχολής Αθηνών, αλλάζουν τα λεφτά σε Τράπεζα. Μου δίνουν άλλα, εμένα δηλαδή και με συμβουλεύουν: - Να πεις της ξαδέρφης μας να ψωνίζει φτωχικά στο χωριό! Να παίρνει ένα κιλό ζάχαρη σήμερα, μισό κιλό λάδι την επόμενη …!  
Τα λεφτά, φαντάζομαι, θα τα είχε αφήσει εκεί ο Βαγγέλης, που επισκέπτονταν κρυφά το χωριό. Βοηθούσε την οικογένεια. Το ‘62, στην παντρειά μου ήρθε, μπήκε στο σπίτι κι αντάμωσε την Μάνα του. Κέρασε, ως άγνωστος, τη νύφη κι εξαφανίστηκε».

Η Μαρικά είναι η μόνη γυναίκα που βοήθησε εκείνα τα χρόνια ως νοσοκόμα το χωριό, αλλά και τους εξόριστους στην απομόνωση. Έκανε ενέσεις, ακόμα και μικροεπεμβάσεις … Συνεργάστηκε με το Τζια, με τον Γεωργίου, με τον Βασίλη το Μεγάλο, οι οποίοι της είχαν δώσει άδεια νοσοκόμας και την εφοδίαζαν με φάρμακα. Στην αυλή υπήρχε μια παράγκα. Εκεί έβραζε  η Μπεκιάρω τις ενέσεις, έκαιγε το ξυράφι, ετοίμαζε τις αλοιφές, για τις πληγές ...

Όταν σκότωσαν το Σιαχίνη, η Μπεκιάρω δεν φοβήθηκε. Πήγε στ’ Αργυρόκαστρο, βοήθησε κι αυτή στη μεταφορά της σορού του στο χωριό.
Πέντε γυναίκες τον έκλαψαν. Ανάμεσά τους κι η Μαρίκα.

Του πήρε μοιρολόι…

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
01/04/2018       

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ ΑΠΟΔΩΣΕ ΜΙGJENI

Όταν ο κορυφαίος ποιητής μας, Πάνος ΤΣΟΥΚΑΣ απόδωσε στην ελληνική γλώσσα τον μεγάλο Αλβανό συγγραφέα, Μίλος Γκέργκι Νικόλα (ΜΙGJENI), έγραψε στην αλβανική τους παρακάτω εμπνευσμένους στίχους:  

Zë grek u dhashë vargjeve të tua
dhe vura nga vetja ime një pjesë.
Që qielli i mendimit tënd të jetë i kulluar
dhe gjerësia oqeanike të mos vdesë.

Μας είπε ποιητικά, με στίχους, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τι θεωρούσε αυτός μετάφραση.

Αποδίδω με μεγάλο σεβασμό στην ελληνική αυτούς τους στίχους:

Ελληνική φωνή έδωσα στους στίχους σου
κι έβαλα απ’ τον εαυτό μου ένα μέρος.
Ώστε η απέραντη σκέψη σου να ‘ναι πεντακάθαρη,
και τ’ ωκεάνιο φάρδος να μην έχει τέλος. 


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
28/01/2018

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ



(Κοινωνικό θέμα)

Ένας ναρκομανής επιχειρεί ν' αφαιρέσει χρηματικό ποσό από τσέπη περαστικού στο Μοναστηράκι.

Ο άλλος εκνευρισμένος αρπάζει καρέκλα εστιατορίου και τρέχει πίσω του να του τη δώσει κατακέφαλα.

Όλοι γύρω τους αδιάφοροι. Χαζεύουν.

Αντικρίζοντας αυτή την εικόνα, φέρνω στο νου μου ένα άλλο ανάλογο επεισόδιο, στο οποίο διακρίνεις εκτός της αδιαφορίας, ανησυχία, αλλά και ευγνωμοσύνη:

Μια γριά ήταν πεσμένη χάμω σε σταθμό λεωφορείων, κινδύνευε η ζωή της, αλλά κανένας περαστικός δεν τη σηκώνει.

Όχι μόνο από αδιαφορία, αλλά κι από φόβο, μην βρει το μπελά του. Συμβαίνει να κάνεις καλό, πχ στην προκειμένη περίπτωση, να πας να βοηθήσεις τη γιαγιά, αλλά αυτή να είχε πεθάνει. Και μετά να τραβιέσαι χρόνια σε δικαστήρια ...

Γι' αυτό:

«Είδες, δεν είδα, άκουσες, δεν άκουσα..., τραβάς του δρόμου σου και είσαι μια χαρά» είναι το σοφό του Έλληνα. 

… Ένα γλυκό κορίτσι σκύβει πάνω στη γιαγιά και τη βοηθάει. Τη σώζει. Η υπερήλικη για να το ευχαριστήσει το καλεί στο σπίτι της.

Από κει τηλεφωνεί σε γιους της στην Αμερική, που σπάνια επικοινωνούν μαζί της, σχεδόν την έχουν παρατήσει και τους λέει:

«Σήμερα απέκτησα και κόρη. Τη λένε Αλμπάνα κι είναι από τα Τίρανα. Μου έσωσε τη ζωή κι οφείλω να κάνω κι εγώ κάτι γι' αυτή. Της γράφω πρώτα το σπίτι...».

Οι γιοι, πέρα από την άλλη άκρη του πλανήτη, σιωπή ...


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
27/01/2018

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΔΕΝ ΒΡΙΖΕΤΑΙ !



Ήταν η περίοδος που το Κόμμα σκεπτόταν πώς να προσφέρει φαγητό στο χωράφι. 

Ν' απαλλάξει τον συνεταιριστή από το μαγείρεμα και τα σακούλια που 'σερνε στο μέτωπο εργασίας. 

Πήγαινε στον κάμπο της Δρόπολης και ο Πρώτος Γραμματέας της Κομματικής Επιτροπής, για να συζητήσει γι' αυτό και για άλλα θέματα, αλλά δεν συνεννοούνταν εύκολα με τον κόσμο. 

Οι γυναίκες δεν καταλάβαιναν, ούτε μιλούσαν καλά τ' αλβανικά. 

Τις συμβούλεψε: 

-Να παρακολουθήσετε όλες το φροντιστήριο που ανοίξαμε και λειτουργεί στα Σωφράτικα! "Σαν η τάδε", είχε και το συγκεκριμένο παράδειγμα.

Σε σύσκεψη, που διοργανώθηκε με συμμετοχή και μειονοτικών κομμουνιστών, ανέφερε ο Ράπο Ντερβίσι την παραπάνω ανησυχία του, που ήταν και ανησυχία όλου του κομματικού επιτελείου.

Πήρε και θέση. Εξέφρασε και τη γνώμη του: 

"Την πεθαμένη ελληνική γλώσσα, την παλιά, απ’ την εποχή του Ομήρου, τι τη θέλουμε;
Ακόμα θα τη μιλάμε;! Μετά από τόσα χρόνια λευθεριάς στον τόπο μας, να την είχαμε παρατήσει".

Έχουμε την όμορφη γλώσσα μας, του Ναϊμ, του Σαμί... 

Σηκώθηκαν και δικοί μας άνθρωποι, σαν κουτορνίθια, και τον υποστήριξαν.

Ήταν στην αίθουσα και ο Χρήστος Ντρίτσος, ως δημοσιογράφος.

Αυτός, σιωπή!

Μετά τη σύσκεψη, τον φωνάζει στο γραφείο του ο Ράπο και του λέει: 

-Χρήστο, ενώ προέβλεπα ότι θα σηκωνόσουν πρώτος, ήσουν και εκπαιδευτικός και τα καταλαβαίνεις καλύτερα τα πράγματα, δεν μίλησες καθόλου...;!

-Έκανα καλά - του απαντάει ο Χρήστος -γιατί αν θα μιλούσα, θα σού έβγαινα απέναντι. 

- Να μού 'βγαινες, για να σταματούσα την συζήτηση. Να μάθαινα από σένα και να μην έκανα κι αλλού το ίδιο λάθος. 

Ο Χρήστος, απ' τη μετάνοια του Ράπο, πήρε θάρρος και συνέχισε και πιο πέρα: 

- Η ελληνική είναι πηγή πολλών γλωσσών σ' όλον τον κόσμο, κλπ, κλπ...

Την αλβανική, όμως, δεν τού την έβρισε.

Καμιά γλώσσα δεν βρίζεται!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
31/10/2017

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Ο ΤΕΛΑΛΗΣ

Δεν είχε χωνί εκείνη την εποχή η Κόλη Ζντάβαινα, που ήταν τελάλης του χωριού.

Είχε, όμως δυνατή λαλιά, που ακουγόταν μακριά.

Ως τη Δολιανη, ως τη Ζγόρα, ως το Παραλίβαδο.

Όταν ερχόταν ψάρια, λαχανικά ή οποιαδήποτε άλλη πραμάτεια στο χωριό, έφτιαχνε χωνί με τις παλάμες των χεριών της και φώναζε.

Ειδοποιούσε τους κατοίκους να βγουν ν' αγοράσουν.

Ανακοίνωνε και τις τιμές τού προϊόντος.

Το παζάρι γινόταν στα πεζούλια τού Καρατζιά ή στο Νταμπόρι.

Οι πραματευτές την αντάμειβαν σε είδος.

Την χρησιμοποίησε και ο κατακτητής, για να περνούσε στο χωριό μηνύματα.

Όταν τα πολεμικά ιταλικά αεροπλάνα ετοιμαζόταν να βομβαρδίσουν, η Μάνα - Κόλαινα με το "χωνί" και ο Μήτρος Ξέρρας με τη σειρήνα, προειδοποιούσαν το χωριό να κρυφτεί ...

Έξυπνη γυναίκα. Τα ύποπτα μηνύματα  τα κακά μαντάτα, τα διαμόρφωνε.

Ο Γερμανός ετοιμάστηκε ένα τροπάρι να κάνει φονικό. Να κάψει, να εκτελέσει. Την ανάγκασε να ειδοποιήσει τους άνδρες του χωριού, για να κατέβουν κάτω.

Αυτή, που κατάλαβε τον κακό σκοπό, φώναξε:

"Προσοχή, προσοχή! Σας ενημερώνω, εκ μέρους των Γερμανών, τα λεμόνια ν' ανέβουν πάνω και τα πορτοκάλια να κατέβουν κάτω στην πλατεία του χωριού!".

Σε λίγη ώρα μαζεύτηκαν στο καθορισμένο σημείο μόνον οι γέροντες. Οι νέοι το είχαν σκάσει. Είχαν πάρει δίπλα τα βουνά.

Λένε ότι η πράξη αυτή, της κόστισε τη ζωή της Μάνα - Κόλαινας. Από το ξύλο τής αρκούδας που έφαγε, μέσα στο μήνα πέθανε.

Υστερόγραφο:

Ανέφερα πέρα - δώθε το παραπάνω περιστατικό, με στόχο μήπως βρω κάποιον που να έχει τη φωτογραφία της Μάνα - Κόλαινας, μου τη δώσει, για να συνοδέψω, όπως συνηθίζω, το κείμενο.

... Την είχε συμμαζέψει ο Βασίλης Λίλλης στ' αρχεία του και μου τη δάνεισε. Ήθελε να τη ζωγραφίσει κιόλας, για να έμπαινε, εκείνον τον καιρό, στις προθήκες του μουσείου του χωριού.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
13/10/2017

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

«ΕΦΕΡΕ» ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΕΔΩ

Ο Βασίλης ΝΑΤΣΗΣ σήμερα μπορούσε να ήταν στην Αμερική.

Μ' αυτό που είναι - κορυφαίος επιχειρηματίας στην Αλβανία - δεν αποκλείεται, να πετύχαινε κι εκεί.

Επέλεξε όμως, τον άλλο δρόμο. Τον πιο δύσκολο. Να βρει τη Γη της Επαγγελίας εδώ, σε άλλο «πλανήτη».

Χάραξε το δρόμο της επιτυχίας του με τόλμη και αποφασιστικότητα. Με εμπιστοσύνη.

Με σιγουριά και με δύναμη ψυχής.

Στηριζόμενος, πάντοτε κι αποκλειστικά, σε ακλόνητο «πιστεύω»! Σε ενθουσιασμό, σε αισιοδοξία!

Στο ότι, αυτό που κάνει, θα πετύχει!

Πάνω στη δουλειά, ανακάλυψε το εμπορικό του πνεύμα. Την ιδιαιτερότητά του:

Πώς να επενδύει.

Συνέχεια να επενδύει …

Δεν του πήγε η δουλειά, όπως λένε ορισμένοι κακόβουλοι. Αυτός πήρε τη δουλειά, την επιχείρηση και την οδήγησε εκεί που θέλησε.

Εδώ που είναι. Στην κορυφή.

Ο Βασίλης ΝΑΤΣΗΣ, με τον δικό του τρόπο, το εύστροφο επιχειρηματικό μυαλό, «έφερε» την Αμερική εδώ.

Πλέον, όπως συνηθίζουμε να λέμε, για ν' αποδείξουμε τον δυνατό επιχειρηματία, τον ασυναγώνιστο, την υπεροχή, ο Βασίλης ΝΑΤΣΗΣ - σε διευρυμένη έννοια, η εταιρεία AGNA - είναι κράτος.

Ολόκληρη επιχειρηματική σχολή.

Καιρό τώρα ρίχνει την προηγμένη πείρα, που απέκτησε με γνώσεις και κόπο στα εργοτάξιά του της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, σε βιβλία, που σε διδάσκουν, που σε φωτίζουν για το πώς φτάνεις στην επιτυχία.



Και πώς να καλλιεργείς και να στεγάζεις  μέσα σου την φιλανθρωπία. 
 
Επιθυμεί την πείρα του να την αφομοιώσουν κι άλλοι. Να πετύχουν επιχειρηματικά πολλοί.

Καυχιέμαι που ο Βασίλης ΝΑΤΣΗΣ διακρίνεται, διαπρέπει.

Κι είναι Έλληνας Μειονοτικός.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
03/10/2017

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ, ΦΙΛΕ ΜΟΥ!




«Όταν ήμουν μικρός - και δεν ήξερα τι ήταν ο θάνατος - ο πενηντάρης μού έμοιαζε πολύ μεγάλος.

Καταγερασμένος. 

Προπάντων αν είχε μουστάκι, ρυτιδωμένο πρόσωπο και φορούσε τσαλακωμένο καπέλο.

Αν ήταν κουρελιάρης, ακόμα χειρότερα.

Χωρίς να έχω κακία - μόνο πόνο έχω μέσα μου, κι αυτό το πληρώνω - αναρωτιόμουν, π.χ.: 

"Ζει ο Σιώμος;! Πώς ... δεν πέθανε ακόμα;!".

Τώρα που είμαι εξηντάρης, με τα τότε μυαλά μου, θα έπρεπε να είχα πιάσει θέση στο νεκροταφείο πριν από χρόνια».

… Αυτά τα θλιβερά περνάν από το νου μου, ενώ τρέχω με τ’ αυτοκίνητο να προλάβω την κηδεία ενός καλού μου φίλου εβδομηνταπεντάρη. 

Με τετράγωνη σκέψη, με πειθαρχημένο, έξυπνο λόγο.

Του Φώτου Ντάκου, που δυστυχώς, για τα δεδομένα της εποχής μας, έφυγε πρόωρα. 

Ήταν υπολογίσιμο, αισθητό το βάρος του στην μικρή μας κοινωνία. 

Συζητούσε με πάθος, πάλευε για το κοινό καλό, εκνευριζόταν με τις αδικίες. Σε φιλικό περιβάλλον έκανε τ' αστεία του, το καλαμπούρι του.

Επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς συχνά, μοιραζόμασταν την ανησυχία για την πολιτική κατάσταση στον τόπο μας, που έπιασε πάτο.

Λυπόμασταν από κοινού για την ασταμάτητη κατηφόρα, γενικά.

Είχε ανάστημα, είχε άποψη, ο Φώτος. Θα είναι αισθητή η απουσία του.

Καλό ταξίδι, φίλε μου!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
29/09/2017