Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ… ΜΑΣ ΤΑ ΠΗΡΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

(Κοιμούνται… Σιγά…μην τα ξυπνήσεις!).

Όπως να την πάρεις είναι η ζωή.

Θέλεις το ρίχνεις στη δουλειά, θέλεις την αράζεις. Ή παριστάνεις τον τρελό… 

Δικαίωμά σου είναι: Διαλέγεις και παίρνεις.

Τα παιδιά προτιμούν το ξενύχτι, τη διασκέδαση. Και η μέρα μετά, όλη, είναι στη διάθεση του ύπνου. 

Όταν τα άλλα μέλη της οικογένειας κάθονται να γευματίσουν, αυτά παίρνουν το πρωινό... Τρώνε το τοστ, πίνουν το γάλα…

Εγκέφαλος, όμως, που πάει να πάρει μπρος μετά το μεσημέρι, δεν αποδίδει...

- Πώς να δεχτώ μετά απόψεις ορισμένων ότι οι νέοι θα κάνουν τη δική τους επανάσταση -.

Χωρίς γνώσεις γίνεται επανάσταση;! 

Δεν είναι επιλογή των παιδιών η στάση αυτή. Του συστήματος είναι. 
Που τους ενθαρρύνει την αδιαφορία.

Τα έκανε όλα σαν να είναι προϊόν ίδιου εργοστασίου.
Τυποποιημένα προϊόντα. 

Να παρατούν το βιβλίο, το σχολείο, την έρευνα... και να ασχολούνται με τ’ ασήμαντα.

Τα ευκαιριακά…

Προτού προκαλέσει το σύστημα την κρίση, πήρε το αυθόρμητο κομμάτι του πλανήτη - τη νεολαία και την προώθησε στο facebook.

Της χαλίνωσε το νου. Ασφαλώς, προς όφελός του.

Τη διαιώνιση. 

Τα παιδιά μας, όχι όλα, αλίμονο. Ένα μεγάλο ποσοστό, μας τα πήρε το σύστημα.

Και τα οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, στο στημένο παιχνίδι του. 

Τα έχει υπό έλεγχο και υπό εξάρτηση.

Η Μορφίνη, σαν βασική δραστική ουσία,…, δεν είναι το μόνο ναρκωτικό. Αυτό απλά φαίνεται.

Είναι κι άλλες, αναρίθμητες εξαρτήσεις…, ορατές κι αόρατες.

Προσοχή τα παιδιά! Σαν τα μάτια μας! 

Γιατί είναι τα μάτια μας! Το μέλλον του πλανήτη!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
30/03/2014

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΤΟ ΖΟΥΛΑΠΙ

Πρώτα, να ξεδιαλύνουμε την απορία.

Να μάθουμε πώς μπήκε ουρά, πίσω από το ονοματεπώνυμο, Κώστας Φράγκος, το «ζουλάπι». 

Το ξεκίνησε ο πατέρας του, ο Πέτρος, σαν χαϊδολόγημα. Όταν ο Κώστας ήταν τόσος δα μικρούλης. Έφτασε μετά στην παρέα του, που το χειρίστηκε σαν παρατσούκλι.

Αντί να το αισθανθεί σαν προσβολή, του έκατσε ωραία του Κώστα το παρατσούκλι. Όταν άνοιξε λογαριασμό στο facebook, αυτοσυστήθηκε με το περίφημο «ζουλάπι». 

Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, ο Κώστας αποφάσισε να εμφανιστεί. Να μην μείνει στην αφάνεια. Δήλωσε το πραγματικό του όνομα. Αλλά, από αδυναμία για το παρατσούκλι, κράτησε και το «ζουλάπι». 

Συχνά - πυκνά, στην τάξη, τον μικρό Κώστα, τον αποκαλούσαν Αλβανό. Μου ομολογεί την πρώτη περίπτωση, που τον πρόσβαλαν άσχημα και του έκατσε καρφί:

«Μπήκε η δασκάλα στην τάξη και ζήτησε να σηκώσουν το χέρι τα αλλοδαπά παιδιά. Το σήκωσαν κάτι Πολωνάκια, κάτι Αλβανάκια... Εγώ δεν το σήκωσα.

Ρίχνει μια ματιά η δασκάλα στον κατάλογο και με ρωτάει: Φράγκο, εσύ…, γιατί δε λες από πού είσαι…;

Και μου τράβηξε το αυτί.

Δεν το ‘κανα επίτηδες. Τότε γνώριζα μόνο την καταγωγή μου από το Γεωργουτσάτι. Κι αυτό της είπα. Πού να ‘ξερα ‘γω τι είναι Ελλάδα και τι Αλβανία τότε!

Μετά απ’ αυτό το γεγονός, κουβάλησα στην τάξη μια επιτραπέζια σημαία της Βορείου Ηπείρου. Για όλους ήταν άγνωστη. Μέσα από τις εργασίες μου, απέδειξα σε δασκάλους και συμμαθητές μου, ποιος είναι ο τόπος μου και ποια η καταγωγή μου».

Για να σβήσω την έντονη περιέργεια, μπήκα στο προφίλ του Κώστα. Ασφαλώς, για να τον δω καλύτερα. Να μάθω περισσότερα. Μόλις μπήκα, με μαγκώνει το ζουλάπι… 

…Τον χαίρομαι που σκαρφαλώνει τους βράχους του χωριού. Που κάθεται με κέφι πάνω σε πέτρες γκρεμισμένου ντουβαριού. Που κρατά στην αγκαλιά και χαϊδεύει το αρνάκι, τη γίδα, το σκύλο… Που «σημαδεύει» με κυνηγητικό όπλο «πετροπέρδικες» και «λαγούς» στις πλαγιές του χωριού… 

Έχει αρκετό φωτογραφικό υλικό και από το σχολείο στην Αθήνα. Από τα παιδιαρίσματά του: Τους χορούς σε κλαμπ, τα στέκια σε καφετέρειες με παρέες… Δείχνει ότι αγαπάει τη μουσική, το χορό. (Είναι στο χορευτικό της Δρόπολης και χορεύει αρκετά καλά το Τσάμικο, το Μπεράτι, το Ζαγορίσιο…). 

Τον βλέπεις φορεμένο τσολιά, να κρατάει σφιχτά στα χέρια και να ανεμίζει με πάθος, μπροστά στο Σύνταγμα, τη σημαία της μικρής μας Πατρίδας…

Δεν είχε στολή. Κάθε χρόνο την ενοικίαζε. Πέρυσι το καλοκαίρι έφτιαξε δική του στο Σελλειό. 

Οι συνομιλίες με φίλους του, σε βάζουν να σκεφτείς βαθιά. Κοίτα τι λένε: 

Κώστας Φράγκος - ζουλάπι: Η γεωργία και η κτηνοτροφία είναι κινητήρια δύναμη αυτού του τόπου…
Γιώργος Μπαμπούρας: Ο παππούς μου έχει 250 κεφάλια πάνω στα Ριζά και 5 τσοπανόσκυλα…
Κώστας Φράγκος - ζουλάπι: Πάμε για συνεργασία…!

Από τα δεκαοχτώ του - στην τρίτη λυκείου είναι τώρα - έχει την άποψη ότι η ζωή κοντά στη φύση είναι πιο αληθινή. Αν και σκληρή.

- Θα άφηνα εύκολα την Αθήνα - λέει - να πάω στο Γεωργουτσάτι. Με την προϋπόθεση να εργαστώ, όχι τόσο για τον εαυτό μου, αλλά για να βοηθήσω, να δημιουργήσω στον τόπο μου συνθήκες, για να μπορέσει ο κόσμος να γυρίσει πίσω. Να ασχοληθεί με τα προσοδοφόρα επαγγέλματα της κτηνοτροφίας και γεωργίας. 

Για σπουδές; Έχει στο νου την ιστορία, την αρχαιολογία, τις πολιτικές επιστήμες… Το ζουλάπι ονειροπολεί. Και… καλά κάνει.

Το άγαλμα της Βορείου Ηπείρου, που ανεβάσατε στο διαδίκτυο, με το σχόλιο: Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να καταστρέφεις γλυπτά - μου λέει - επιχειρήσαμε με φίλους συμπατριώτες να το καθαρίσουμε από τις βρομιές. Αλλά, δυστυχώς, ήρθε και μας εκδίωξε η αστυνομία.

Γιατί «ήμασταν» βανδαλιστές.

Υστερόγραφο:

Η συνομιλία με τον φίλο μου, Κώστα Φράγκο - ζουλάπι, στο facebook, συνέχεια με αφήνει άναυδο. Με εντυπωσιάζει η ετοιμολογία και η ελκυστική ροή έκφρασης. Και πάνω απ' όλα η ειλικρίνεια. Γραμμένη στα ελληνικά. Όχι στα greeklish, που σε εκνευρίζουν και στη δίνουν στο κούτελο. Ο Κώστας, σου λέει πράγματα ουσίας. Που ξεπερνάνε, κατά πολύ, την ηλικία του. 

Κώστα μου, σε αγαπώ  και σε θαυμάζω!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

25/02/2014

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

ΤΟ ΘΕΜΟ - ΜΥΛΩΝΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΜΕΓΑ

(Μια παλιά πικρή ανάμνηση…)

Λεβέντης μυλωνάς ήταν ο Θέμος Ντάκος (Ντάρος), όπως λέει και το τραγούδι. Και Μέγας, όπως τον ήθελε και τον αποκαλούσε το χωριό.

Πήγε δούλεψε μερικά χρόνια στην Αμερική σκληρά. Κι έφερε κάτω, εκτός των άλλων, κι ένα μοτέρ Lister ντίζελ. Με το σκεπτικό να στήσει μύλο. Ως τότε, ο κόσμος πήγαινε κι άλεθε το γέννημά του πέρα στη Ντοφτή.

Στο νερόμυλο του Σιώρη.

Με το μύλο με μοτέρ - μοναδικός στο είδος του - βόλεψε τη φαμίλια του: Τα οχτώ παιδιά - 6 γιους και δύο θυγατέρες.

Ο Γιάννης ήταν ο μικρότερος. Καθάριζε, σχεδόν γυάλιζε το μοτέρ, μ’ ένα πανί. Το κρατούσε σε ετοιμότητα.

- Οψιμάδι - του φώναζε χαϊδευτικά ο πατέρας του! Άρπαξε τη μανιβέλα κι άναψε το μοτέρ.

Κι ο μικρούλης το ‘κανε με κέφι.

Στον πόλεμο άλεθε ο μύλος του Θέμου κι έτρωγαν ψωμί κι οι παρτιζάνοι. (Διασυνδέσεις είχε ο μυλωνάς ακόμα και με το Μπεντρί Σπαχίου).

Με τη γενναιόδωρη πράξη του, απέδειξε ότι ήταν πιο παρτιζάνος κι από τους παρτιζάνους του βουνού.

Λένε, όσοι γνώρισαν από κοντά πατέρα και γιο, ότι ο Φώτος ήταν πιστό αντίγραφο του Θέμου. Τόσο πολύ του έμοιαζε.

Δεν του άφηνε τίποτε.

Παλιάνθρωποι - λήσταρχοι, ένα απόβραδο απαγάγουν το μυλωνά και τον κρύβουν στο Λιαζαράτι. Όλη η δουλειά για ρήτρα. Το αποκούμπι της Θέμοβας ήταν ο παλιός φίλος του Θέμου απ’ αυτό το χωριό, που το '41, με το χιόνι ως τη μέση, του γλίτωσε τα πρόβατα.

- Φύγε - της λέει ο φίλος - κάθισε στη συκιά του Νιάρτσι και περίμενε. Όπου να ‘ναι κατεβαίνει…

Μέσα στο μισάωρο ο Θέμος βγήκε απ' τη «φωλιά του λύκου».

Ένα άλλο τροπάρι μπαίνουν βίαια οι μπαλίστες στο σπίτι του Θέμου, για να ληστέψουν φλουριά. Η Τούλα τα 'βαλε κάτω από το φουστάνι. Ένας μπαλίστης, που μυρίστηκε την πράξη, πάει να της βάλει χέρι. Ρίχτηκε η Κατίνα να τον πνίξει. 

Όταν ξεκίνησαν οι κρατικοποιήσεις, δεν μπορούσε ένα μοτέρ, που κινεί μυλόπετρες και σε κάνει άρχοντα, αφεντικό…, να παρέμενε σε χέρια ιδιώτη.

Πήγαν μια μέρα οι απεσταλμένοι στο μύλο και διατάζουν: 
- Σταματήστε τη δουλειά! 

Η Τούλα - κόρη του μυλωνά - εκείνη την ώρα γέμιζε με καλαμπόκι το κοφίνι. Όσο είχε αδειάσει το μισό σακί. Το άλλο μισό, γυρίζει τ’ ακουμπά στον ξύλινο μπάγκο κατατρομαγμένη.

Σβήνουν το μοτέρ, βγάζουν τους ανθρώπους έξω και κλειδώνουν. Από κει και πέρα ο μύλος του Θέμου έγινε κτήμα του «λαού». Του «πανίσχυρου» κράτους. 

Είχε ένα πριόνι, με ξύλινο χερούλι ο Θέμος, κρεμασμένο κάπου στον τοίχο.

- Αυτό πάρτο - του είπαν - . 

Ψυχοπλακωμένος ξεπόρτισε από το μύλο του, που ίδρωσε και μάτωσε μια ζωή για να τον φτιάξει. Μόνο με το μπρατσόλι στο χέρι.

Βγαίνοντας, ένας απεσταλμένος, με λειψό μπόι και μαύρη ψυχή, με δερμάτινες μπότες, ψηλές, του δίνει μια στον πισινό με τη λούρα που κρατούσε στο χέρι.

Αυτή, η βάρβαρη, ταπεινωτική κι απάνθρωπη πράξη, πόνεσε περισσότερο το μυλωνά.

- Μέγα - του είπε ένας κομμουνιστής στο καφενείο. - Σου το πήραμε το μοτέρ.

- Τον ανακαφά των παιδιών μου πήρατε, πες καλύτερα. Το ψωμί τους, την ψυχή τους. Αλλά…, δεν πειράζει. Ένα μοτέρ μου παίρνετε, έξι θα μου δώσετε. Όσα παιδιά έχω. Το καθένα, είναι κι ένα ξεχωριστό μοτέρ. Όλα είναι έξυπνα κι εργατικά. Όχι χαραμοφάικα. Σε όποια δουλειά κι αν τα βάλετε, θα γυρίσουν τον τόπο ανάποδα. Ο ικανός ποτέ δεν πεινάει. Δεν χάνεται.

Η συνέχεια της ζωής του μυλωνά ήταν ένα ατέλειωτο βάσανο. Ένα ανθρωποκυνηγητό. Τη 10μελές οικογένειά του τη μάζεψαν κουβάρι στο χειμωνικό, που βρισκόταν έξω στην αυλή. Και το σπίτι του το μετέτρεψαν σε νηπιαγωγείο.

Όσες φορές αποσκοπούσαν να επιστρατεύσουν κόσμο για εθελοντισμό, είτε για να πάρουν παιδιά φαντάρους, αυτόν και τον Κύρο Ντάρο, τον αδερφό του, τους έβαζαν 2 - 3 μέρες φυλακή, για εκφοβισμό. Για να στήριζε το σύστημα ο κόσμος, τις πρωτοβουλίες του.

Να μην λοξοδρομούσε. 

Μετά την κατάσχεση του μύλου, άρχισαν να του αφουγκράζονται το στόμα. Μην «άλεθε» τίποτε σαν χαλασμένος μύλος. Ο Θέμος μετρούσε τις κουβέντες του. Τις πρόσεχε σαν τα μάτια του. Ήξερε, αλίμονο, πολύ καλά, ότι έχουν αυτιά και οι τοίχοι. Ακόμα και μέσα στο σπίτι πρόσεχε. Δεν έβγαζε κακή κουβέντα. Γιατί το τζάκι, μαζί με τον καπνό, βγάζει ντουμάνι πάνω και τους ψιθύρους. Τους πηγαίνει σε ανοιχτά αυτιά…

Έπιασε το χαφιέ, που τον βίγλιζε και του τα ‘ριξε κατάμουτρα, μέσα στο πηχτό σκοτάδι:

- Μαύρισες τα μούτρα με τις σπιουνιές. Μην μαυρίζεις τώρα και τα χέρια, με τις άτιμες πράξεις. 

Για να αποφύγει την παρακολούθηση, κοίτα τι έκανε ο άνθρωπος! Τα παιδιά, που τα ‘χε στο νηπιαγωγείο, ότι ποιήματα και τραγούδια ξέρανε και δεν ξέρανε, κάθε βράδυ τα έβαζε να τα πουν. Τ’ άκουγαν, τα ξανάκουγαν οι χαφιέδες κι έλεγαν: «Δεν δείχνει δυσαρεστημένος ο μυλωνάς. Στο σπίτι του μόνο χοροεσπερίδα γίνεται…».

Δουλευταράς, σεμνός, ειλικρινής, λιγομίλητος. Αυτοί οι χαρακτηρισμοί πάνε γάντι στο Θέμο Ντάρο. 

Ότι θα έκανε το χωριό, θα ρωτούσαν το Μέγα. Τον είχαν σύμβουλο. Μέντορα. Ήξερε πολλά. Του τα έμαθε όλα η ζωή. Στον τόπο του και στο εξωτερικό. Κι όλο έδινε γνώμη.

Το ’46, με την μεγάλη πλημμύρα, το γιοφύρι πλάι στην εκκλησία, έφραξε από μπάζα. Τα νερά του Μεγαλάκκου σκαπέτησαν την κοίτη. Σε λίγο, στον Κάτω Μαχαλά, να κινδυνέψουν σπίτια και ζωές. 

Να χαλαστεί το γιοφύρι, ήταν η γνώμη του χωριού. Αν συμφωνούσε όπως ο Μέγας. Κι ο Μέγας συμφώνησε. Τα νερά, σε συνέχεια, τράβηξαν γραμμή κάτω. Βγήκαν στα Νεβίτικα. 

Στα καρναβάλια ντυνόταν «μασκαράς». Σε φωτογραφία του ’33, είναι φορεμένος γαμπρός, με παραδοσιακή στολή και ο Λάκης Μάσσιος, ο σοφέρ, που πήγαινε κι έφερνε κόσμο στα Γιάννενα, νύφη. 

Με παρέα κυνηγούσε τα πανηγύρια φιρί - φιρί. Άρεσε το γλέντι, το ποτήρι. Στα Χαραλάμπου, λέει του Λάμπη Μουζίνα (Κώτσια):

- Πες της Αθηνάς να μας περιμένει απόψε! Θα ανηφορίσει η παρέα, για ευχή!

- Με τι ετοιμασία, όμως! Η δόγα δεν έχει ούτε ψωμί.

- Θα βολευτούμε. 


Πήρε τον πεζόβολο, κατέβηκε στο ποτάμι. Τον ρίχνει μια, τον ρίχνει δυο και τρεις φορές και βγάζει ένα σακούλι ποταμίσιο ψάρι. Με τα ψάρια του Θέμου στρώθηκε στου Μουζίνα αρχοντικά το τραπέζι. 

Σε πόλεμο, σε αποκλεισμό, ο δερβιτσώτης δεν πείνασε. Είχε βερεσέ το αλεύρι του από το μυλωνά του. Δώσε και γράψε ήταν ο Θέμος. Άμα είχε, σου ‘δινε και την ψυχή του. 

Όμως, ο μόνος που γύρισε τα χρωστικά ήταν ο Σπύρος Ντρίτσος, ο δάσκαλος του χωριού. Τα ‘στειλε ένα απόβραδο με την Αγαθή. Η Θέμοβα, που δεν θυμόταν καν, δεν άπλωνε χέρι. 

- Φύγε! - της λέει. - Μην μου κάνεις ζημιά. Δεν θέλω άλλη φυλακή. 

- Δικά σας είναι! Πάρτα, σε παρακαλώ! Γιατί με τα χρήματα δεν με μπάζει σπίτι ο Σπύρος. 

Η μόνη οικογένεια, που έμεινε χωρίς χωράφι, χωρίς γη, γιατί οι τοπικές αρχές αρνήθηκαν να της δώσουν, ήταν του Θέμου. Πήγε η Θέμοβα να ζητήσει το μοιράδι της από αιμοβόρο κομμουνιστή στην πλατεία του χωριού κι εισέπραξε κλωτσιά. Γύρισε σπίτι πονεμένη, πικραμένη και, και, και….

Το νοικοκύρη, τον καπάτσο, πολεμούσαν. Του τεμπέλη τι να του έλεγαν…, τι να του έπαιρναν...;!

Και κάτι άλλο. Σε έγραφα, επιστολές, καταλόγους με πληρωμές για εκκλησιαστικές εργασίες, (ήταν και επίτροπος στην εκκλησία του χωριού ο άνθρωπος του Θεού), βλέπεις καλλιγραφία, που τη ζηλεύεις…

Η λουρίδα του ‘36, που μετέφερε τις στροφές από το μοτέρ στις 
μυλόπετρες του μύλου, διατηρείται ακόμα στο σπίτι του μυλωνά. Σε καλή κατάσταση. 

Σαν κειμήλιο. Σαν μια παλιά πικρή ανάμνηση… 


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

13/02/2014

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

ΔΙΑΛΟΓΟΣ Μ’ ΕΝΑ ΠΟΡΤΡΕΤΟ

(Με τη «γιαγιά» του Γιώργου Τζούμπα)

Ασφαλώς και συνομιλείς. Κάνεις διάλογο μ’ ένα πορτρέτο - πίνακα ζωγραφικής. Αν είναι, όμως, «ζωντανό». Φορτισμένο με συναίσθημα. Όπως, π.χ., η «Γιαγιά» του Γιώργου Τζούμπα.

Δεν ξέρω αν μπορεί να πετύχει άλλο τέτοιο έργο. Τι να πω…;! 

(Νομίζω ότι δεν είναι μόνο ο καλός ζωγράφος, μα και το πρόσωπο που επιλέγει για να ζωγραφίσει, που φέρνει την επιτυχία). 

Μόλις έπεσε το βλέμμα μου στο συγκεκριμένο πορτρέτο, κόλλησε πάνω του. Και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Μήπως ήταν λάθος εκτίμηση; Απάτη; Επηρεασμός της στιγμής; Ή σχεδόν τίποτε απ’ όλα αυτά; 

Για να ξεδιαλύνω τα πράγματα, τα βάλω στη θέση τους, απευθύνθηκα στο φίλο μου, το Γιώργο Μήτση, που κάθεται στην κορυφή της πυραμίδας των ζωγράφων μας. Συνυπέγραψε την απορία μου, τον πειρασμό μου, για το καταπληκτικό έργο του συναδέλφου του και ηρέμησα. 

Αισθάνθηκα, πραγματικά, μέσα μου ότι το πινέλο του ζωγράφου δεν είναι απλά βουτηγμένο σε χρώματα, αλλά μέσα σε πόνο, σε ανησυχία… Στην κοινή ευαισθησία ενός αγαπημένου προσώπου, που λατρεύει ο καλλιτέχνης.

Η γιαγιά πνίγει μέσα της τον πόνο. Δεν μιλάει πουθενά, για τις κακές στιγμές της. Για τους ελάχιστους μήνες που έζησε με τον σύζυγό της και για τον μοναχογιό που έφερε στη ζωή, με την ελπίδα κάποια στιγμή να της ανοίξει την κλεισμένη πόρτα. Αυτό, τουλάχιστον, εκφράζουν τα επτασφράγιστα χείλη της στο πορτρέτο. 

Το ασπρομάντηλο δεμένο με περίσσιο μεράκι. (Έδινε μεγάλη σημασία η γιαγιά στο δέσιμό του). Ατσαλάκωτο, πεντακάθαρο. (Να μην κολλάει τρίχα πάνω του). Περασμένο προσεκτικά κάτω από το πηγούνι, πάνω απ’ το καθαρό μέτωπο. Κι αφημένο να σκεπάζει ελεύθερα τα αυτιά…

Φιλόξενη όσο καμιά άλλη στο χωριό. Καθόταν στο σοφά με την εξώπορτα και την καρδιά της πάντα ανοιχτή και καλούσε τους περαστικούς να μπουν μέσα στην αυλή, γεμάτη από μολόχες, τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, βασιλικό και κρίνα… Για έναν καφέ, για ένα νερό κι ένα ποτήρι τσίπουρο.

Συμπαθητική γιαγιά. (Μην μου πει κανείς ότι είναι στοιχείο προσωπικής μου φαντασίας αυτό;!). Η ανατομία του προσώπου της λέει ότι στα νιάτα της ήταν πανέμορφη. Αν κάποιος καθόταν τότε και αράδιαζε τα όμορφα κορίτσια του χωριού, την έβαζε άφοβα ανάμεσα στα πιο όμορφα. Από χαρακτήρα…, πρώτη. 

Πράος άνθρωπος, ήρεμη, λογική. Σαν να μην φώναξε ποτέ. Μόνο γλυκόλογα έλεγε. 

Με ψυχή πλημμυρισμένη από αγάπη. Σαν να μην μίσησε ποτέ αυτή η ανθρώπινη ύπαρξη. Ήθελε πάντα μόνο το καλό. 

Οι ρυτίδες, που οργώνουν το πρόσωπο της, πολύ φυσιολογικές. Δείχνουν ότι δούλεψε, κουράστηκε, πόνεσε, αγάπησε, αγχώθηκε, φρόντισε κι όλο κάτι περίμενε... Το οποίο δεν το συνάντησε ποτέ... Αυτό, νομίζω, λέει το βλέμμα της… 

Γυναίκα με αναμούστρα. Στα χωράφια, σε σπορεία, σε στάβλους, παντού, δούλεψε παραδειγματικά. Στο σχολείο, που εργάστηκε ένα φεγγάρι, διατήρησε το περιβάλλον πεντακάθαρο. Άναβε τη σόμπα στις κρύες μέρες του χειμώνα σε όλες τις τάξεις, για να ζεσταθούν τα παιδιά. Τα χουχουλίζει σαν να ήταν δικά της.

Κάτω από τη μεγάλη σκεπή του σπιτιού του Τζια, που στέγαζε δύο μεγάλες μονιασμένες οικογένειες, με εσωτερική πόρτα επικοινωνίας πάντα ανοιχτή κι ακλείδωτα ντουλάπια, μπαούλα, δόγα του ψωμιού…, η Ιουλία έμαθε πολλά. Πρώτα απ’ όλα την υπομονή. Μα και την άψογη συμπεριφορά. Που τη δίδαξε και σε άλλους. 

Ήταν στα 17 του χρόνια, στη δεύτερη τάξη του Καλλιτεχνικού Λυκείου, που ο Γιώργος διέκρινε σε όλο το είναι της γιαγιάς αυτά τα ενδιαφέροντα στοιχεία, που τον καθήλωσαν στον τρίποδα και το τελάρο να τη ζωγραφίσει. Να κάνει το πρώτο πορτρέτο του σε λάδι.

Εκτός όλων των άλλων, το καλύτερο ενθύμιο που διατηρεί ο ζωγράφος, είναι το δαχτυλίδι, που του χάρισε η γιαγιά, όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο κι εκπληρώθηκε η επιθυμία της. Αυτό - του είπε - είναι δικό σου. Για να με θυμάσαι. Με το όνομά σου, σκαλισμένο από τον συνονόματο παππού σου. Να έχεις την ευχή μου καρδιά μου και να μην το βγάλεις ποτέ από το δάχτυλο. 

Το έχει σχεδόν 30 χρόνια άβγαλτο. 

Πειράζεις το Γιώργο: Μα… γιατί τόσα χρόνια αυτό το ωραίο καλλιτέχνημα, να είναι μέσα στο σεντούκι;!

Σου απαντάει εύθυμα: Τα ωραία πράγματα εμφανίζονται σπάνια και προκαλούν αναστάτωση. Και γελάει καλοσυνάτα.

Η ευχέρεια του Γιώργου είναι σε άλλες μορφές ζωγραφικής. Ελάχιστα ως καθόλου έσκυψε πάνω σε πορτρέτο. Όμως τη «Γιαγιά» του, τη γιαγιά που εκπροσωπεί επάξια, δυνατά τις γιαγιάδες όλης της Δρόπολης, την «έκλαψε». Την έβγαλε από τα βάθη της ψυχής του. Για να τη χαρούμε όλοι μαζί. 

Στη ΓΙΑΓΙΑ - εικόνα και πρόσωπο - ανήκουν πολλά. Τόσα πολλά, που η σεμνή μου πένα δεν μπορεί να περιγράψει.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

13/03/2014

«ΦΕΡΕ ΜΟΥ ΕΝΑΝ ΠΙΣΚΟΠΙΑΝΟ...!».

Πέρασε από στόμα σε στόμα η παρακάτω ιστορία του παππου - Μήτρου Κουρούνη. 
Διέσχισε κάπου 4 - 5 ζωνάρια. Κι έφτασε ατόφια ως τις μέρες μας. 

Κάθισε σταυροπόδι η ιστορία αυτή στη μνήμη του απόγονού του. Του φίλτατου φίλου μου, Παντελή Γκόλε. Που μας την αφηγείται ελκυστικά:

Ήταν τσαρουχάς στο επάγγελμα ο παππο - Μήτρος. 
Τα δίμιτα άβγαλτα από το κορμί του, μια ζωή. Τα τσαρούχια αξεκόλλητα απ' τα κουρασμένα πόδια του…

Κάθονταν παραστιά στην ομπλή. Κι όλο σγαρήκευε με το τσιμπίδι τ' αναμμένα κούτσουρα στο τζάκι.

Έφυγε στα 80 η γυναίκα του. Και αυτός - σκληρό καρύδι - συνέχισε να ζει τη δεύτερη ζωή.

Με το συμούργκισμα έλεγε σε δισέγγονη - τρισέγγονή του, σε όποια τύχαινε εκείνη τη στιγμή κοντά του:

- Για κοίτα! Βάλε μου κάτι στο σουφρά, για να δειπνήσω!

Καθώς την έβλεπε ν’ ανησυχεί, την ορμήνευε:

- Μη χολιάζεις καθόλου κοπέλα μου! Μην μαραζώνεις για το τίποτε! Άρπαξε μου ένα πισκοπιανό (κρεμμύδι) από την αρμάθα και φέρτο μου εδώ. 

Να το τσιολήσω με τη φτέρα θέλω. Να του βγάλω την καούρα, τη λύσσα την πολύ. 

Και λίγη λιπανή μετά απ’ τη δόγα.. Κι αυτό είναι όλο. Πέρασε η νύχτα -.

Αφού γέμιζε την κοιλιά, έριχνε την κάπα στους πλάτες του και του 'δινε για τον Άι Γιώργη. 

Να τον πάρει δίπλα στα χαλίκια. Να κοιμηθεί στη φύση.

Κάτω απ’ την κούπα τ’ ουρανού με αναμμένα τ’ άστρα. Στον καθαρό αέρα.

…Κι έζησε ο παππο - Μήτρος 117 χρόνια.

Δυο ζωές, απανωτές.


Υστερόγραφο:

Η φωτογραφία, που συνοδεύει το κείμενό μου, είναι τραβηγμένη περίπου το 1920 με 25. Κάπου εκεί γύρω.

Την παρέδωσαν οι συγγενείς του παππού σε ζωγράφο, που την αντέγραψε πιστά.

Σου παρασύρει την προσοχή η παλιά εικόνα, για να κάνεις το αυτονόητο ερώτημα: Ποιος τάχα να ήταν ο φωτογράφος που έβαλε τον πάππο - Μήτρο Κουρούνη στο ξύλινο σκαμνί και με τι είδος φωτογραφική μηχανή του καιρού τον αποθανάτισε;!

Ασφαλώς σε πολύ μεγάλη ηλικία πόζαρε ο παππο - Μήτρος. Θα κόντευε ή θα είχε περάσει κάπως τον αιώνα.

Γεγονός που το μαρτυρεί το γέρικο γερτό κορμί του. Μαζεμένο κουβάρι.

Αυτή, τουλάχιστον, είναι η δική μου εντύπωση.

Η δική σας, δεν ξέρω…!
   


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

08/04/2014

(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Παντελή Γκόλε)

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

ΚΟΥΝΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΟΥΝΑΓΕ

(Ένα μήνυμα προς ορισμένους φίλους και γνωστούς σε πρόθυρα εκλογών)

Κρίμα!

Νόμιζα ότι ορισμένα μυαλά ήταν ανοιχτά και ελεύθερα. Κι ότι κοιτούσαν μακριά.

Είχα κάνει λάθος εκτίμηση.

Είναι εγκλωβισμένα, εξαρτημένα και κοιτάν μέχρι τη μύτη τους κι αυτά.

Ούτε τρίχα παραπέρα.

Κοιτάν κατάματα μόνο τα κόμματα. Τον τραπεζικό λογαριασμό τους. Το κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους.

Όλα κινούνται πάνω στα προσωπικά συμφέροντα. Τίποτε εκτός τους.

Το χαμηλό επίπεδό μας είναι ολοφάνερο. Δεν κρύβεται ο ουρανός με τον κόσκινο.

Αυτοί είμαστε, αυτά κάνουμε, τον κακό μας τον καιρό πετυχαίνουμε. Βράζουμε όλοι μέσα στο κακό ζουμί μας.

Μας έχουν βάλει - κυρίως τα κόμματα εξουσίας - το χαλκά και μας τραβάνε από τη μύτη. Μας οδηγούν στα λανθασμένα μονοπάτια τους. Κι εμείς τυφλά τ' ακολουθούμε.

Αυτά που τραβάμε χρόνια στη σειρά κι έχουμε και συνέχεια, δεν είναι ενοχή - λάθη άλλων, μα του ξερού μας κούτελου. Της δικής μας λανθασμένης επιλογής.

Εμείς έχουμε παραδοθεί. Έχουμε τελειώσει …

Τη διαχείριση των τυχών μας τη δώσαμε σε χέρια άλλων.

Αφήσαμε τον υπέροχο τόπο μας, τη μικρή μας Πατρίδα - ανεκτίμητο θησαυρό - και φτάσαμε να σκοτωθούμε για καμιά ιδέα, για κανένα όραμα, για κανένα ιδανικό, για τίποτε σοβαρό στις μεγάλες πόλεις της μητέρας Πατρίδας που παρατάει τέκνα διαρκώς.

Μας έβαλαν, τον έναν απέναντι στον άλλο και πετροβολούμαστε. Βγάζουμε τα μάτια μας με τα ίδια μας τα χέρια.

Τα κατάφεραν, με τις ιδεολογίες μας κατακερμάτισαν, για να μην ενωθούμε πια ποτέ. Να μην έχουμε κοινό, δικό μας στόχο, αλλά το διεφθαρμένο στόχο τους.

Όλα τα πέτυχαν με τα δικά μας μέσα στο ακέραιο.

Μας κινητοποιούν, δίνουν εντολές, υπόσχονται προεκλογικά, πουλάνε αγάπη με το φόρτωμα, για να μην πάει χαμένη καμιά ψήφος Βορειοηπειρώτη. Τους υποψηφίους μας, τους έκαναν χειρότερους κι από τον ίδιο τον εαυτό τους.

…Μας κουβάλησαν εδώ - αν θα μας ήθελαν εκεί θα μας βοηθούσαν - μας ένταξαν στα κόμματα και στην κοινωνία τους - στην Αλβανία, μας συμβουλεύουν να στηρίζουμε μόνο ΚΕΑΔ - και τώρα μας έβαλαν και το σπίρτο.

Έβαλαν φωτιά σε καλαμιά, που δεν σβήνει με τίποτε…

Εδώ, αν τ' αντιληφθήκαμε καλά, κλείνει και η ιστορία μας...

Κρίμα!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
24/05/2014

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΟΛΗ

Μια χούφτα τόπος κι ένας κόσκινος ουρανός από πάνω του, είναι όλο - όλο το Πωγώνι. Κι εννοείται, σε αυτή την απόμερη περιοχή, κάμπο λένε μια απλοχεριά γης, που βρίσκεται ανάμεσα σε βράχους, μέσα σε δάση, πίσω από τη ράχη, κάτω στα πόδια του χωριού…
 
Ο μπάρμπα Στόλης, τότε νέος και όλο σφρίγος για δουλειά, επικεφαλής έμπειρης ταξιαρχίας λαχανικών, φρόντιζε μια λουρίδα γης, ένα χωράφι που ακουμπούσε την πλάτη του πάνω στο ποτάμι. 

Είχαν βρει το μπελά τους τα στελέχη του τομέα της Πολύτσανης. Η ταξιαρχία, παρόλο που παρήγαγε ικανοποιητική παραγωγή ντομάτας, πιπεριάς, μελιτζάνας…, στο λαχανοπωλείο, στον καταναλωτή έφτανε ελάχιστη. Την περισσότερη την έτρωγαν, την κατέστρεφαν επιτόπου στο χωράφι, πάνω στο φυτό, τα πουλιά. 

Αισθάνονταν άσχημα ο Αποστόλης Νάκας. Σαν υπεύθυνος, ανησυχούσε περισσότερο από τους άλλους. Δεν τον κολλούσε ύπνος. Έπεφτε πάνω στη ράχη του ολόκληρο βουνό το βάρος της αποτυχίας. 

Καθόταν στην άκρη του χωραφιού, ολομόναχος, έβγαζε από το κεφάλι το καπέλο, έξυνε την καταϊδρωμένη του φαλάκρα και όλο κατέβαζε γνώμη. Τον έτρωγε η σκοτούρα να βρει λύση. Διέξοδο για να σωθεί η λαχανοπαραγωγή. Να μην τρώνε πια τα πουλιά, μα οι πωγωνίσσιοι τα λαχανικά. 

Του πήγε ο νους στο θόρυβο. Σε ήχο. Πώς να τον προκαλέσει σε μόνιμη βάση, για να σκιάζει τα πουλιά. Να τα απομακρύνει. Να μην προσγειώνονται πια στο χωράφι. 

Μα… πώς κατορθώνεται αυτό; Με ποιον τρόπο; Ένας Θεός το ξέρει. 

Καταστάλαξε σε ορισμένες εκδοχές. Μία ήταν η εγκατάσταση σειρήνας. Μα… μια σειρήνα, για να μπει σε λειτουργία, χρειάζεται ρεύμα. Δηλαδή έξοδα. Την παράτησε αυτή κι ο νους του πάει σε άλλη. Και σε άλλη…

Βρες εκδοχή και ακύρωσε πάει η δουλειά. Ώσπου κατέληξε στην τελική ο Στόλης. Που ήταν εφαρμόσιμη, αποτελεσματική κι ανέξοδη. Στην κατασκευή απλού μηχανισμού, που να μπαίνει σε λειτουργία με την ελεύθερη ροή νερού. 

Εντάξει μέχρι εδώ. Μα… πώς κατασκευάζεται αυτός ο μηχανισμός;! Δεν ήταν εύκολο στις τότε συνθήκες. Παρόλα ταύτα δεν κώλωσε ο άνθρωπος. Ανέλαβε την πρωτοβουλία να τον φτιάξει. Στο σπίτι του, απλό και χωρίς έξοδα. Με αντικείμενα της πλάκας. 

Αξιοποίησε σαρδελοκούτια, ρουλεμάν, μερικά κουδούνια, ένα κουβάρι σπάγκο… Τίποτε περισσότερο. Με αυτά, μέσα σε λίγες ώρες ετοίμασε το μηχανισμό. 

Τον πήρε μετά και τον τοποθέτησε κοντά στο ποτάμι. Κανόνισε ένα ρυάκι νερό να πέφτει πάνω σε φτερωτή, η οποία τραβούσε συνέχεια ένα σπάγκο που κουνούσε μια σειρά από κρεμασμένα κουδούνια. 

Έτσι γέμισε ο τόπος από ήχους κουδουνιών. Σου έμοιαζε ότι στον αγρό είχε απλωθεί και σκάριζε ολόκληρο κοπάδι προβάτων. 

Αυτό ήταν όλο. Ο Στόλης, λοιπόν, στη φούρια της συγκομιδής, προκάλεσε τον αδιάκοπο θόρυβο κι έσωσε την λαχανοπαραγωγή.

Όλη αυτή η δουλειά έγινε σε διάστημα απουσίας του ταξίαρχου, ο οποίος βρισκόταν σε στρατιωτική εξάσκηση. Την ημέρα, που επέστρεψε στο καθήκον, σαν να τους έβαλε ο διάολος, φύτρωσε τσουκ στο χωράφι το επιτελείο του συνεταιρισμού μαζί με τον πρόεδρο. Ακούγοντας τον γλυκό ήχο των κουδουνιών ρώτησαν:

- Τι είναι αυτή η τόσο ωραία συναυλία; Πώς τα κατάφερες βρε Στόλη;

- Να σας πω. Κάτω στο ποτάμι έβαλα έναν μαθητή σχολείου, ο οποίος ταράζει συνέχεια το σπάγκο που κουνάει τα κουδούνια. 

Μιλώντας έριχνε λοξές ματιές προς τον ταξίαρχο, που είχε χλομιάσει και βουβαθεί τελείως. Τον έκαιγαν τα έξοδα, αλλά δεν μπορούσε να πει λέξη στο Στόλη, που τον εκτιμούσε αφάνταστα.

Τελειώνοντας την κουβέντα με το χαμόγελο στα χείλη, ο διακεκριμένος καινοτόμος τους καλεί να πάνε όλοι μαζί στο λάκκο να δούνε από κοντά το μαθητή που ταράζει το σπάγκο. Εκεί έπεσαν κάτω από τα γέλια με την καινοτομία. Τον απλό  περίεργο μηχανισμό που αντίκρισαν. 

Λες να είναι μόνο αυτή η εφεύρεση του μπάρμπα Στόλη; Και όχι βέβαια. Οι άλλες περνούσαν το χωράφι κι εστιάζονταν αλλού. Σε άλλα διάφορα μέτωπα… Κάλυπταν τις ανάγκες σε επίπεδο συνεταιρισμού.

Έφτιαξε τελεφερίκ για τη μεταφορά της κοπριάς στους στάβλους των αγελάδων, της παραγωγής στα χωράφια… Έβαλε σε λειτουργία το μηχάνημα αυτόματης λίπανσης των φυτών, που έλκονταν από βόδια, κλπ, κλπ. 

Ξυράφι το μυαλό του μπάρμπα Στόλη. Δεν παίζεται με τίποτε.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
23/05/2014


Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

«ΑΪΝΤΕ, ΜΗΤΣΙΟ ΜΠΙΡΜΠΙΛΙ, ΑΪΝΤΕ»

(Πού είναι εκείνος ο παλιός δημογέροντας;!)

Έδυσε ο καιρός του παλιού δημογέροντα που, όταν κάθονταν κι έλεγε δυο κουβέντες, όλοι γύρω του γινόταν αυτί και μάτι. 
Άλλος, για ν’ αρθρώσει λέξη μπροστά του, μετριόνταν καλά. Μετά άνοιγε στόμα. Έλεγε κι αυτός κάτι. 

Έπραττε ο δημογέροντας. Άρπαζε το πρόβλημα από τα «κέρατα», σαν ταύρο και το ‘βαζε κάτω. Το ‘λυνε . Αυτό το προτέρημα, η εξαίρεση, η δύναμη της αλάνθαστης σκέψης και πράξης του, τον έκανε πρώτο. Ξεχωριστό άνδρα του χωριού.

Ομολογούν στο κεφαλοχώρι, τη Δερβιτσάνη, για ένα τέτοιο πρόσωπο. Που, δυστυχώς, εμείς οι νεότεροι, δεν ψάξαμε να του δούμε ακόμα ούτε τη φάτσα σε φωτογραφία. Όχι και να μάθουμε τις πράξεις του, τα κατορθώματά του. Και να τον μιμηθούμε. 

Ελάχιστοι γνωρίζουν την ιστορία του Μήτσιου Σταμούλη, που εκτέλεσε χρέη δημογέροντα σε χαλεπούς καιρούς. Όταν οι γείτονες αλλοεθνείς, πέρα στη «φωλιά» τους, ετοίμαζαν ύπουλα σχέδια. Απόπειρες για εκτόπιση των συνόρων στο βουνό. Ήθελαν τη «Μουσιαγιάδα» όλη δική τους. Ανηφόρησαν οι άντρες του χωριού κι έγινε του «έλα να δεις». Δάρθηκαν, ξεσκίστηκαν. Μόνο που δεν σκοτώθηκαν. Τους έλειπαν τα ντουφέκια. Κατέβηκαν, μετά από ώρες, κάτω στο «Νταμπόρι», αιματοβαμμένοι…

Ενέργησε ο μυαλωμένος δημογέροντας στα δικαστήρια και τους χάλασε τα σχέδια. Όχι, είπε πεισματικά. Κανείς δεν μπορεί να τα βγάλει εις πέραν, εκτός από μένα. Το δικαστήριο δεν κερδίζεται με ψυχρά λόγια δικηγόρου, μα μ’ αληθινά λόγια καρδιάς πραγματικού αγωνιστή. Με ψυχραιμία και υπομονή κερδίζεται η μάχη. 

Ενώ άρχισε να μιλάει, να υπερασπίζεται την υπόθεση, άφησε άφωνους εισαγγελείς,δικαστές και παρευρισκόμενους στην αίθουσα. Δεν μίλησε. Κελάηδησε. Ακόμα κι ο λιαζαρατινός αντίδικος, που έχασε το δικαστήριο, ψιθύρισε: «Άιντε, Μήτσιο Μπιρμπίλι, άιντε».

Δανειζόμαστε από το ημερολόγιο του αξιόλογου ιστορικού - γλωσσολόγου μας, Φίλιππα Λίτσιου, αποσπάσματα που κάνουν λόγο για την διοργανωτική ευχέρεια και τον πρωτοφανή συλλογισμό του Μήτσιου Σταμούλη, κατά την αντίσταση των γυναικών στους τζαντάρηδες το 1938 στο «Παραλίβαδο», που επιχείρησαν να πάρουν τα μη καταγραμμένα ζώα του χωριού. Να τα προωθήσουν στο σφαγείο: 

«Μεσημέρι. Το επιτελείο συνεδρίαζε ακόμα. Οι στιγμές κρίσιμες…! Τότε σηκώνεται στο πόδι ο Μήτσο Σταμούλης. Ένας από τους λίγους εξόριστους στην Κρούγια εξαιτίας της σχολικής απεργίας. Τετραπέρατος. Με πέντε τάξεις Δημοτικού, μα που μπορούσε να τα βγάλει πέρα και με τους καλύτερους δικηγόρους, σαν το Βασίλη Ζιώγκο και το Γιάννη Διαμάντη. Ο πιο διακεκριμένος πρόεδρος της Δερβιτσάνης! Ένα αξέχαστο ταλέντο της γενιάς μας! Μπορούμε να πούμε και του αιώνα μας! 

- Ακούστε χωριανοί - τους λέει. Ενάντια στους τζαντάρηδες να στείλουμε τις γυναίκες. Τους άντρες μπορεί και να τους πυροβολήσουν. Δεν ξέρουμε τι διαταγές έχουν! Μα τις γυναίκες δεν μπορούν να τις πυροβολήσουν ποτέ! Μάλιστα, δεν θα το έχουν σκεφτεί καθόλου ένα τέτοιο στρατήγημα. Να τους επιτεθούμε με τις γυναίκες».

Για την αντίσταση που έληξε με επιτυχία, ο αφηγητής περίγραψε: 

«Στον πλάτανο του χωριού, που σιμά του ήταν το Χάνι και το καφενείο του Σταμούλη, τσούρμο κόσμος. Όχι μόνον τα τραπέζια, μα και όλοι οι γύρω σοφάδες, γιομάτοι από άντρες και νέους. Χαρωπά πρόσωπα. Όλοι κάτι ήθελαν να πουν. Πιο συγκεκριμένα οι δημογέροντες του χωριού. Χαμογελούν περήφανα για το στρατήγημά τους. 

Απότομα επικράτησε μια πλέρια σιωπή. Σηκώθηκε ο μπάρμπα - Μήτσιος με το ποτήρι στο χέρι. Κι αμέσως σηκώνονται όλοι και στα τραπέζια και στους σοφάδες. Ήταν μια συγκινητική στιγμή. Άκουσαν μόνο λίγες λέξεις, που θα μείνουν αλησμόνητες σ’ όλη τους τη ζωή:

-Να ζήσουν οι Αμαζόνες της Δερβιτσάνης!
-Να ζήσουν αντήχησε σε όλο το χωριό». 

Τώρα χάσαμε τη σειρά του διαλόγου. Την αυτοσυγκράτηση. Μιλάμε όλοι απανωτά και δεν ακούει κανένας. Δεν σεβόμαστε τον μεγαλύτερο, τον μορφωμένο, τον ειδικό…, να μας πει περισσότερα. Μπαίνουμε ο ένας στο χωράφι τ’ άλλου. Φυτρώνουμε εκεί που δεν μας σπέρνουν.

Με τα μυαλά που κουβαλάμε, μια ζωή θα σερνόμαστε. Θα χάνουμε διαρκώς. Εμείς και τα παιδιά μας.

Κανείς, μα κανείς μέχρι σήμερα, που ανέλαβε πρωτοβουλία ν’ ασχοληθεί με τα κοινά, δεν έδειξε σοβαρός, μετρημένος. Εκμεταλλεύτηκε την εκτίμηση, την εμπιστοσύνη του κόσμου, μόνο για δικό του βόλεμα.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

22/05/2014


(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο)

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΕΝΩ ΤΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΠΡΟΤΟΜΗ

(Στο νεκροταφείο ποδοπατούμε  Εθνομάρτυρα για να πάμε κι ανάψουμε κερί σε συγγενικό μας νεκρό.) 

Σε άλλο κείμενο, προ καιρού, ασχολήθηκα ξανά με το ίδιο πρόσωπο, με το ίδιο ζήτημα. 

Με τον Εθνομάρτυρα, Βασίλη Σαχίνη.

Που κανείς δεν ξέρει ακριβώς πού αναπαύεται η ψυχή του. 

Έγραψα για να ξυπνήσω συνειδήσεις. Μήπως πάρει κάποιος φορέας μας το ζήτημα στα χέρια του και δρομολογήσει λύσεις.

Ως προϊστάμενος δημοσίων σχέσεων στην Επαρχία Κάτω Δρόπολης πιέσαμε αρκετές φορές ασφυκτικά τον τότε πολιτικά κοντόφθαλμο έπαρχο, Παντελή Τόλη, για να φτιάξει με λεφτά της επαρχίας το μνήμα του Σαχίνη.

Η ανταπόκρισή του ήταν η σιωπή τάφου. 

Δεν δραματοποιώ το γεγονός. Δεν μυθοποιώ, ούτε υπερβάλω. Απλά διατυπώνω μιαν αλήθεια. 


Τη λυπηρή πραγματικότητα. 

Πατάμε τον Εθνομάρτυρα, - έγραψα τότε - κι ανάβουμε κερί σε άνθρωπό μας. Ορισμένοι πρόκειται, δικαίωμά τους είναι, να τον αποκαλούν το Σαχίνη και σαράφη. 

Του πολυδιάστατου ανθρώπου, που αγωνίστηκε σκληρά για τα ελληνικά γράμματα, του Πρόεδρου της ΜΑΒΗ, που θυσίασε ακόμα και τη ζωή του για υψηλά ιδανικά 


- ενώ του αξίζει προτομή - 

δεν του φτιάξαμε ακόμα ούτε το μνήμα.

Ο σημερινός Δήμαρχος, Αχιλλέας Ντέτσικας, μαζί με το Δημοτικό Συμβούλιο, θέλω να πιστεύω, ότι θα σεβαστούν την πρόταση του κοινού.

Θα ψάξουν με συγγενικό πρόσωπο, που γνωρίζει το σημείο ταφής των οστών του Σαχίνη - μετά την ανακαίνιση του νεκροταφείου της Δερβιτσιάνης - και θα σηκώσουν επιτόπου αξιοπρεπέστατο μνημείο, όχι ένα απλό μνήμα.

Όπως αρμόζει σε Εθνομάρτυρα.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
19/05/2014

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΟΠΟΙΟΣ ΒΙΑΖΕΤΑΙ, ΣΚΟΝΤΑΦΤΕΙ

Κόβοντας κοφτό σε χειρόμυλο
Είναι διάφορες και διαφορετικές οι απόψεις, που εκφράζεται, καλοί μου φίλοι. Με αφορμή το κείμενο μου: «Ο ΚΑΚΟΣ ΜΑΣ ΕΑΥΤΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ». 

Χαίρομαι την πολυφωνία. Που είναι ελευθερία. Αλλιώς, θα ζούσαμε ξανά σε συνθήκες μονολιθικού συστήματος.

Κι άλλα πέτρινα χρόνια. 

Όμως κάπου πρέπει και να συμφωνούμε. Γιατί η πλήρης ασυμφωνία, συχνά, αγγίζει την αναρχία. Η οποία μας βλάπτει σοβαρά. 

Και προπάντων τη μικρή μας κοινωνία.

Να δούμε προσεχτικά και πρακτικά τα πράγματα. Για να μην μας δουν αυτά μετά. Και μας γελάσουν.

Η προσωπική μου σκέψη - όχι η κοινή λογική - που θα εκφραστεί με την ψήφο σ’ αυτές τις εκλογές, είναι ότι ο Βορειοηπειρώτης υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος, είτε υποψήφιος ευρωβουλευτής, αφού κατεβαίνει για να βοηθήσει τα εκεί, στον τόπο μας, λίγα κλωνάρια που πρασινίζουν ακόμα και τους ανθρώπους μας εδώ, που ταλαιπωρούνται χρόνια τώρα, να δηλώνει την καταγωγή του.

Πού είναι το κακό; 

Αυτό, προσωπικά, το θεωρώ αυτονόητο. Και δεν χωρεί καμιά συζήτηση.

Εδώ, στην πατρίδα μας, δεν ήρθαμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο. Μα να φωνάζουμε ελεύθερα και να καμαρώνουμε περισσότερο την καταγωγή μας. 

Διαφορετικά πάει περίπατο. Κλείνει η υπόθεση. Κι ούτε ζημιά ούτε γάτα.

Ήρεμα, να δούμε πιο κάτω το άλλο πρόβλημα. Που είναι κι αυτό απλό. 

Ερωτήματα απευθύνουμε. Στηριγμένα σε λογική απλού πολίτη: Αφού κυβερνήσεις, κόμματα… μας κατατάσσουν - με τις πράξεις τους - σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας - βλέπε απόδοση της ιθαγένειας μαζί με αλλοδαπούς λογής - λογιών χρωμάτων, μαχαίρωμα της σύνταξης του ΟΓΑ σε υπερήλικες με ελληνική ταυτότητα, που σε κατοχυρώνει με ίσια δικαιώματα με τους Ελλαδίτες, κλπ, κλπ, εσύ τώρα τι κάνεις;

Μπαίνεις μέσα στο παιχνίδι των κομμάτων ή κάθεσαι απέναντι;

Η προσωπική μου εκτίμηση είναι: Κάθεσαι απέναντι. Για να πιέσεις. 

Μέσα ήσουν. 

Είσαι και τώρα - βλέπε Πύρρο Δήμα, διάφορα δικά μας πρόσωπα σε κομματικές δομές, φανατικούς υποστηριχτές πολιτικών που καταστρέψανε την ομορφότερη χώρα στον κόσμο -. 

Και δεν κάνεις απολύτως τίποτε. Γιατί κανείς δεν σε αφουγκράζεται. Δεν σε υπολογίζει…

Αν οι δικοί μας υποψήφιοι κάθονταν και αποφάσιζαν από κοινού, πχ, να στηρίξουν με την υποψηφιότητά τους τα κόμματά τους, με προεκλογικό αντάλλαγμα την επίλυση καυτών ζητημάτων μας, είναι κακό;

Δεν το βλέπω!

Παρόλο που το πουλί αυτό, νομίζω, πέταξε.

Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει. Τρώει τα μούτρα του. 

Εμείς πάντα βιαστήκαμε. Ή ξεγελαστήκαμε. Ή βάλαμε το προσωπικό συμφέρον πάνω από το κοινό.... 

Βλέπω, προς τα κει βαδίζουμε ξανά. Και λυπάμαι.

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

13/04/2014


(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο)

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

ΟΙ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΖΗΤΟΥΝ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ ΤΟΥΣ

(Όμως, αυτός ακόμα δεν φαίνεται  να ‘ρθει)

Με το πρόσφατο «συγνώμη» - μετά την «έκτακτη είδηση» για να παρακολουθήσουν οι Βορειοηπειρώτες τις «σημαντικές θέσεις του Αντώνη Σαμαρά» στη Θεσσαλονίκη - και τους επανειλημμένα λανθασμένους χειρισμούς, ο υποψήφιος ευρωβουλευτής, Λευτέρης Δημητρίου προκαλεί.

Δεν θα το επιθυμούσαμε να του βγούμε απέναντι. Αλλά…τα κατάφερε.

Άλλη ήταν η προδιάθεσή μας. Να τον ρίξουμε στην πλάτη και να τον πάμε ποδαράτα στην Ευρωβουλή. Μετά από προεκλογικά επίλυση ζωτικών ζητημάτων.

Έγιναν κινήσεις εντυπωσιασμού με πολιτικά προσχεδιασμένο άνοιγμα πόρτας Πρωθυπουργού και αποκόμιση μόνο δέσμευσης για δήθεν επούλωση πληγής στους παρήλικες βορειοηπειρώτες.

Την επόμενη το πρωί - το ψέμα είναι κοντοπόδαρο - αποδείχθηκε ως κίνηση εντυπωσιασμού, ως πολιτική φάρσα.

Κι απορρίφθηκε γρήγορα.

Τα σκορπισμένα, δεν συμμαζεύονται εύκολα με τίποτε. Έκανε πολλά τρίματα ο υποψήφιος ευρωβουλευτής, χωρίς καν να στρώσει το τραπέζι.

Η πολιτική λειτουργία και συμπεριφορά του,  απέδειξαν ξεκάθαρα ότι δεν μπορεί να μας εκπροσωπήσει.

Το σύνολο του κόσμου μας, τώρα πια, το ‘χει τύμπανο. Μόνο ελάχιστοι, που κοιτάν την πεταμένη μαδημένη ουρά, το ‘χουν κρυφό καμάρι.        

Πώς μπορεί να συμφωνεί κανείς ότι ο παππούς του στο Φανάρι του Βούρκου είτε σε μια γωνιά της Ελλάδας, διαφέρει από τον παππού του Σαμαρά στην Κηφισιά;!

Όταν είναι ολόιδιοι. Και πρέπει να ‘χουν ίδια δικαιώματα κι ίση αντιμετώπιση;!

Προσέξτε! Η μη επαναφορά του επιδόματος/σύνταξης του ΟΓΑ στους παππούδες μας, λέει ότι: Νέα Δημοκρατία και Σαμαράς, δεν μας υπολογίζουν καν ούτε σαν ψηφοφόρους.    

Και οι υποψήφιοι μας τρέχουν πίσω τους «φανατικά», να μπουν μέσα στο κόμμα, για να μας «σώσουν» όλους, μαζικά.

Το κοινό μας κόμμα, δεν είναι η Νέα Δημοκρατία, καμιά Ελιά, κανένα Ποτάμι… Κόμμα μας είναι η λύση του ζητήματος.

Στη θέση του Λευτέρη άλλος, θα τα έκανε γυαλιά - καρφιά. Γιατί ο τρόπος πώς μας αντιμετωπίζουν, μόνο σκληρή απάντηση επιβάλλει.

Μόνο την παραίτηση θα αισθανόταν υποχρέωση προς τον κόσμο αυτή τη δεδομένη στιγμή, για να ‘χε τη συνείδησή του ήσυχη.

Τι δύναμη ζητάει ο υποψήφιος από τον κόσμο για να αγωνιστεί;! Αφού δοκιμάστηκε προεκλογικά και προέκυψε ότι δεν μπορεί;! 

Λύγισε, γονάτισε, προτού πάει στην Ευρωβουλή;!

Η χαμένη αξιοπρέπεια μας, με κάθε Δημητρίου στην κορυφή, δεν καταχτιέται, δεν κερδίζεται.

Ζητάει αυτοθυσία συνολική…

Η πληθώρα από φωτογραφίες με Αρχηγό, Υπουργούς και Αξιωματούχους, δεν πουλάει πια, μα εξοργίζει, ενοχλεί το κοινό. Επειδή όλοι τους μας πούλησαν.  

Η κοινωνία μας θα ταλαιπωρηθεί πολύ. Θα υποφέρει ακόμα, ώσπου να ‘ρθει ο έντιμος εκπρόσωπό της. Ο Αρχηγός της. Κι ίσως να μην προλάβει, γιατί θα συγχωνευθεί, θα ενσωματωθεί, θα ενταχθεί στην εδώ κοινωνία.

Ή θα σκορπιστεί σαν το άχυρο στο αλώνι.

Συμφωνούμε με την ιδέα του κάθε Λευτέρη: «Να έχουμε Βορειοηπειρώτες σε κάθε κέντρο αποφάσεων». Που θα τους βγάλει ίσως κάποτε..., μέσα από δύσκολο τοκετό η Βορειοηπειρωτική Κοινωνία.

Όμως, ακόμα εγκυμονεί…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

17/05/2014

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Η ΨΗΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΠΛΟ ΓΙΑ Ν’ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙΣ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

(Συντοπίτη μου, προσοχή στην κάλπη!)

Έγκαιρα ανέλαβα πρωτοβουλία να στηρίξω ορισμένους Βορειοηπειρώ-τες υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους: φίλους, γνωστούς, πρόσωπα ιδιαίτερης εκτίμησης. 

Που κάνουν αέρα στα πανιά των κομμάτων εξουσίας.

Στα κόμματα - δολοφόνους.

Στόχος μου να προβάλω ανθρώπινες και καθόλου κομματικές αξίες.

Πριν ξεκινήσω να ενεργήσω δυναμικά, τα βρήκα μπαστούνια!

Ο κόσμος μας - βουτηγμένος περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην γενική κρίση, πνιγμένος από τη λιτότητα και εξοργισμένος από το μαχαίρωμα του επιδόματος/σύνταξης του ΟΓΑ από τους καλούς μας παππούδες - άθλια πράξη της Κυβέρνησης που αντιστοιχεί σε προσβολή, σε διάκριση από τους υπόλοιπους Έλληνες - με αποδοκίμασε σκληρά.

Δεν ξαναδοκίμασα. Δεν προσπάθησα πια να επηρεάσω.

Άφησα το Βορειοηπειρώτη ελεύθερο στην επιλογή του.

Γνωστό τι θα σκεφτεί μπροστά στην κάλπη.

Θα είναι επαλήθευση αυτών που περνάει στην καθημερινή του ζωή:

Θα είναι νωπή στο νου η ανεργία του, η πολύχρονη ταλαιπωρία του, η αδιαφορία των διαχρονικών κυβερνήσεων για την επίλυση των ζωτικών ζητημάτων του, οι τυχοδιώκτες που προσπαθούν να ωφεληθούν προσωπικά από τις φανφάρες και την «υπέρ ευαισθησία» Σαμαρά, με το άστοχο - άψυχο σλόγκαν και για τους Βορειοηπειρώτες… « παραμένοντας μέχρι τέλους Έλληνες τους αγαπάμε δυο φορές…».

Ας μας αγαπούσε μια φορά κι ας μας βοηθούσε έμπρακτα άλλη μια.

Θα μας αρκούσε.

Έπιασε το νόημα της πολιτικής αλητείας ο κόσμος μας. Με την ψήφο του - δυνατό όπλο αντίστασης στα χέρια του - θα απαντήσει μέσω κάλπης.

Δύο Κυριακές απανωτές.

Διδάχτηκε από τις φθορές του. Τις ταλαιπωρίες του. Την σταδιακή καταστροφή. Καταστάλαξε, λοιπόν, καλά στο πού θα βάλει το σταυρό προτίμησης!

Σίγουρα σε μικρά, άφθαρτα κόμματα και σε σεμνά παιδιά.

Έχει αποφασίσει πια.

Δεν θέλει συμβουλάτορες…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

16/05/2014

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΠΟΥΛΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΣΕ ΑΛΛΟΕΘΝΕIΣ, ΠΟΥΛΑΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΟΥ…

(…Συμπατριώτη μου! Παρόλο που θα προσπαθήσω ν’ αγγίξω μαλακά ανοιγμένη πληγή, πάλι θα ερεθιστεί και θα πονέσεις).

Έχω υπόψη το ρητό: «Όποιος πουλάει χάνει, όποιος αγοράζει κερδίζει». Αυτό για απλές πράξεις αγοροπωλησίας.

Για το συμφέρον σου.

Για το κοινό συμφέρον, είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα.

Όταν είσαι Μειονοτικός και πουλάς γης - χωράφι σε αλλοεθνή, τότε πουλάς πολλαπλά.

Πρόσεχε, συμπατριώτη μου! Μετρήσου καλά! Πουλάς ένα κομμάτι της Πατρίδας σου. Την ίδια την Πατρίδα σου.

Παραβιάζεις από μόνος σου ιερούς κανόνες. Τη Σύμβαση - Πλαίσιο. Που σου παρέχει προστασία. Σου κατοχυρώνει δικαιώματα σαν Εθνική Μειονότητα.

Στο Γεωργουτσάτι, - λένε - παλιά πούλησε κάποιος το χωράφι του σε αλλοεθνή. - Τότε που δεν πουλούσε κανείς γης. Παρ’ όλη τη φτώχεια, ως το γόνα, μόνο αγόραζε -. Το χωριό τον αποκήρυξε. Τον σημάδεψε.

Συνοδεύει το στίγμα αυτό στη ζωή τις γενιές με τη σειρά.

Δεν φεύγει με τίποτα.

Σήμερα έγινε πια της μόδας. Με άνεση ορισμένοι πουλάν οικόπεδο, σπίτι, επιχείρηση, χωράφι…, σε αλλοεθνή. Κι ο γείτονας, ο συγχωριανός, ο συμπατριώτης, ακόμα και η Επαρχία, η Εθνική μας Οργάνωση, το Εθνικό Κέντρο που λέγεται Ελλάδα, αμελούν.

Αδιαφορούν.

Σαν να ‘ναι ασήμαντο το γεγονός. Περνάει απαρατήρητο.

Μάλιστα ορισμένοι έπαρχοί μας - εκλεκτά πρόσωπα - πούλησαν σε αλλοεθνείς οικόπεδα. Και το περίεργο;! Προωθούνται πάλι από τους πολιτικούς μας φορείς. Κι από τον κόσμο μας πάλι ψηφίζονται.

Στην Ξάνθη και Κομοτηνή, συμβαίνει το αντίθετο. Εκεί αγοράζουν, δεν πουλούν. Η μάνα τους, με τον τρόπο της, τους μουσουλμάνους τους βοηθάει…

Τους προσφέρει χείρας βοήθεια.

Αντί να μιμηθούν το καλό παράδειγμα του Γιώργου Λίτη και Χρήστου Τσέκα στη Δερβιτσάνη, που γέμισαν τα χωράφια τους με ροδιές, του Νίκου Νίκα στη Λιούγκαρη, που επεκτείνει συνέχεια τον τεράστιο αμπελώνα, του Σωτήρη Ράφτη στο Ζερβάτι, που καλλιεργεί λογής - λογιών γεωργικά φυτά…, ζηλεύουν νοσηρά  και ακολουθούν την καταστροφική πρακτική δικών μας ανθρώπων, που πουλάν ότι δεν πουλιέται, ούτε με το χρυσάφι όλου του κόσμου, σε χώρο μιας Μειονότητας.

Την πολύτιμη γης. Σε στιγμή που πρέπει να προσέχει κανείς παρά πολύ ακόμα και την ενοικίαση…

Συρρικνώνοντας έτσι την μικρή μας Πατρίδα. Στενεύοντας το σύνορο. Ότι χειρότερο φαντάζεσαι.

Οι μεσίτες καταστροφείς - δικοί μας και ξένοι - γυροφέρνουν στην πιάτσα του παζαρέματος. Δίνουν και παίρνουν. Με ιδιώτες και με επί τούτου συγκροτημένη ανώνυμη εταιρία στην Πρωτεύουσα, για εκμετάλλευση της γης. Με το βλέμμα αποκλειστικά στραμμένο στα χωράφια μας Με τιμές που προκαλούν, που ξεμυαλίζουν, που τρελαίνουν…

Βγάζουν ορισμένοι έτσι στο σφυρί τον τόπο μας. Μαζί με τα οστά των προγόνων μας. Έναντι παχουλής αμοιβής.

Η Πατρίδα δεν παζαρεύεται.

Βάλτε το καλά στο νου!

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

17/04/2014


(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο)

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΑ ΑΠΟ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ

Όταν ξεκινάς λάθος - δηλαδή στραβά - όλα μετά πηγαίνουν στραβά κι ανάποδα. Βρίσκεσαι διαρκώς σε μεγάλη κι απότομη κατρακύλα.

Και το κακό δεν συμμαζεύεται...

Όλα αυτά συμβαίνουν, επειδή βασικό κίνητρο είναι τα ιδιοτελή συμφέροντα.

Καθόλου, μα καθόλου η ΠΑΤΡΙΔΑ.

Που την καπηλεύονται, ορισμένοι τη δόλια, από το πρωί ως το βράδυ.

Ακόμα και στον ύπνο τους.

Βρισκόμαστε σε κρίσιμη καμπή - μιαν ανάσα πριν τις δημοτικές και ευρωεκλογές - κι ο καθένας σηκώνει το δικό του μπαϊράκι.

Οι Ομοσπονδίες, ιδρύθηκαν μ' έναν ιερό σκοπό. Να ενώσουν τον κόσμο. Όπως και το δήθεν Παράρτημα «Ομόνοιας», οι Οργανώσεις  Νεολαίας και λοιπά.

Μα… με ποιο δικαίωμα οι Πρόεδροί τους μαζεύονται σε αίθουσα της Νέας Δημοκρατίας, με συγκεκριμένο υποψήφιο ευρωβουλευτή, συγκεκριμένου κόμματος εξουσίας, που αδιαφορεί κιόλας για τις ανησυχίες, τα μεγάλα ζητήματα;!

Το χειρότερο των χειρότερων είναι ότι αποφάσισαν από κοινού, ως «θεσμικοί» εκπρόσωποι, παράγοντες - να στηρίξουν το Λευτέρη ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ στις ευρωεκλογές.

Όλα τα κόμματα, οι ιδεολογίες, τα πολιτικά πιστεύω να γίνουν ένα. Στο όνομα του Αγίου Τόπου, που λέγεται ΠΑΤΡΙΔΑ.

Με την συγκεκριμένη λανθασμένη πράξη, σακατεύετε η ΕΝΟΤΗΤΑ.

Λες του υπέροχου νέου κοριτσιού, της ΕΛΕΑΝΑΣ ΖΙΑΚΟΥ, με τα ανοιχτά μυαλά, την ωραία προίκα - τα πολλά εφόδια, που κουβαλάει μαζί της και τα θέτει σε υπηρεσία του κοινού, ότι εσύ δεν είσαι δική μας. Και δεν δικαιούσαι να σε στηρίξει το κόσμος μας.

Έτσι απογοητεύεις μια νεαρή, που τολμάει να ασχοληθεί με τα κοινά.

Σκοτώνεις το μέλλον σου, με τα ίδια σου τα χέρια.

Όταν καλείς, μάλλον προκαλείς «πατριωτικά»: Μόνο ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ είναι δικός μας. Αυτός είναι η ΠΑΤΡΙΔΑ μας. Είναι η φωνή των Βορειοηπειρωτών. Ο  Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός!

Τότε το προπύργιο του Ελληνισμού, η Δερβιτσάνη της Ελεάνας, τα παίρνει στο κρανίο. Η Δρόπολη θυμώνει. Όλη η Μειονότητα εξοργίζεται.

Το Πλατυβούνι μετατρέπεται σε διαχωριστική γραμμή. Χωρίζει βάναυσα Αγίους Σαράντα και Αργυρόκαστρο. Βούρκο και Δρόπολη.

Κόβει, με ακονισμένο μαχαίρι, τον Ελληνισμό στη μέση.

Ενώ είναι τα πολλά και καυτά ζητήματα, που σε βάζουν σε πολιτισμένη άμιλλα, σε εποικοδομητικό διάλογο, μέχρι και σε στενή συνεργασία, η πατριδοκαπηλία μπαίνει σε χαραμάδες σαν σφήνα και σε χωρίζει.

Σε διασπά οριστικά.

Σε κατατεμαχίζει αδίστακτα. 

Επειδή είναι μεγάλα και τρανά τα συμφέροντα, που παίζονται.

Καλή Ανάσταση, αδέλφια μου! Μα περισσότερο αυτή η ευχή ανήκει στον τόπο μας, που τον αφήσαμε να αργοπεθαίνει. Χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας.

Να ξανά αναστηθεί. 


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ


28/04/2014

ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΜΑΞΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ Τ' ΑΛΟΓΑ

(Η ενότητα είναι συγκεκριμένη πράξη - επίλυση κοινού ζητήματος)

Ρωτάω πολλούς δικούς μας τι είναι η ενότητα για μας; Η απάντηση ρηχή.

Διαπιστώνεις στο σκεπτικό του καθενός μόνο αντιφάσεις. Σύγχυση σκέψης. Πρώτον και κύριο εμείς οι βορειοηπειρώτες πρέπει να μάθουμε να σκεπτόμαστε ορθά. 

Οι περισσότερες απαντήσεις, δυστυχώς, είναι αγκλίτσα που τραβάει προς το βοσκό.

Προς το κόμμα, που σπρώχνει τον απλό βορειοηπειρώτη σε ερεθισμένη, οξύθυμη, αδιανόητη αντιπαράθεση.

Σαν να γεννήθηκε και μεγάλωσε ο κάθε οπαδός εδώ, μαζί με το κόμμα της «ψυχής» του.

Κι ας δοκίμασε αράδα ελληνικά κόμματα, κυβερνήσεις, που «προστατεύουν» τα Μειονοτικά μας δικαιώματα στην Αλβανία, κι εδώ στην Πατρίδα τα αναιρούν.

Τα παραβιάζουν βάναυσα.

Μας χειρίζονται χειρότερα από Μειονοτικούς.

Η ενότητα δεν είναι σχήμα λόγου. Ούτε επιθυμία του καθενός, ξεχωριστά. Κι ούτε - έλα εσύ μαζί μου να ψηφίσεις αυτόν που επιθυμώ εγώ -.

Είναι συγκεκριμένη πράξη. Που ευτυχώς ή δυστυχώς, τη διαχειρίζονται οι πολιτικοί.

Τον κόσμο τον ενώνεις με τη επίλυση του ζητήματος. Κι εργάζεσαι γι’ αυτόν με αυταπάρνηση.

Αφού ζητάς σταυρό απ’ αυτόν, ποτέ δεν τον σταυρώνεις.

Φέρνω ένα απλό παράδειγμα που εξυπηρετεί την ιδέα της ενότητας. Από ευχάριστο διάλογο που είχα πρόσφατα μ’ έναν μυαλωμένο νεαρό αριστερό. Σου λέει ο άνθρωπος: «Εάν ο κάθε βορειοηπειρώτης, ανεξαρτήτως με ποιο κόμμα κατεβαίνει, θα έλυνε το ζήτημα της επαναφοράς του επιδόματος/σύνταξης του ΟΓΑ των παππούδων και παραμέριζε και την άσκοπη, την παράλογη βόλτα τους, πάνω - κάτω, με τα λεωφορεία, εγώ θα τον ψήφιζα».

Η απλή λογική ενός δεσμευμένου πολιτικά ψηφοφόρου λέει ότι το κοινό πρόβλημα ενώνει.

Ο πολιτικός μας, αφού ξέρει καλά τι του ζητάει ο ψηφοφόρος του προεκλογικά - σε γενικές γραμμές - πράττει, αγωνίζεται να του εκπληρώσει το αίτημα.

Ο υποψήφιος βορειοηπειρώτης ευρωβουλευτής πίεσε. Κι αποκόμισε μόνο υπόσχεση - δέσμευση προσωπική Πρωθυπουργού. Κι έκανε την ελπίδα φυλλάδιο. Και το διανέμει τώρα παντού.

Και στα πάτρια εδάφη.

Πουλάει προεκλογικά στους μαραζωμένους παππούδες μας, με παλιομοδίτικο τρόπο, χαμένη ελπίδα…

Η ενότητα έτσι θίγεται. Προσβάλλεται.

Κι αποκομίζεις έτσι αγανάκτηση, οργή λαού.

Συγκεκριμένα του ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗ.   

Η 10μηνη παράταση του βιβλιαρίου υγείας του ΟΓΑ, που είναι θετική εξέλιξη, σε οδηγεί στον υποτιθέμενο διάλογο: «Μου ζήτησες ορισμένα πράγματα; Εγώ αυτό σου δίνω!».

Τότε η απάντηση του ψηφοφόρου στις κάλπες θα είναι: «Όσο μου έδωσες, τόσο σου δίνω».

Μικρό ποσοστό ψήφων.

Το μεγαλύτερο - αδέσμευτα - θα πάει αλλού. Θα διανεμηθεί παντού. Κυρίως σε μικρά κόμματα. Για να δυναμώσουν, να μεγαλώσουν. Με σκοπό να αδυνατίσουν τα μεγάλα, που προκαλούν…

…Με μια αυτοκτονία κακόμοιρου Έλληνα κάθε μέρα.  

Θα ήταν πολύ σωστή η τακτική εάν ο υποψήφιος βορειοηπειρώτης ευρωβουλευτής θα αντιδρούσε δυναμικά. Θα έλεγε στο αγαπημένο του κόμμα με πόνο ψυχής: Έχω εδώ στο χέρι μου 120 χιλιάδες ψήφους. Το ανοίγω και τους παίρνεις. Εάν λύσεις ένα, δύο, τρία…ζητήματα βασικά...

Δεν παραδίνεσαι δίχως αντίκρισμα, δίχως όρους και προϋποθέσεις.

Έχεις δικαίωμα να παίξεις πολιτικά. Όπως παίζει και το κόμμα σου μαζί σου.

Αφήνεις τη λύση μεσοδρομίς; Βάζεις το κόμμα μπροστά από το ζήτημα; Όπως την  άμαξα μπροστά από τ' άλογα ; Κάνεις μεγάλη ζημιά. Κι ο κόσμος τότε σε αγνοεί.

Έτσι χαλάς την ενότητα. Αφού ξέρεις καλά ότι λύση είναι η ενότητα.

Πριν κλείσω κι ένα τελευταίο σκεπτικό - νομίζω, σημαντικό μήνυμα - πάνω στην ενότητα:
Η ενότητα φέρνει κοντά τους δύο υποψηφίους βορειοηπειρώτες ευρωβουλευτές. Τον ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΊΟΥ και την ΕΛΕΑΝΑ ΖΙΑΚΟΥ.

Δεν πλησιάζει τον ένα και τον άλλο τον πετάει μακριά. Τους παίρνει τους δύο από το χέρι και τους βάζει να περπατήσουν χέρι - χέρι. Τους οδηγεί στον κόσμο να παρουσιάσουν ξεχωριστά τις προτάσεις τους. Και να κριθούν.

Η αλαζονεία σκοτώνει!

Προσοχή!

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ


02/05/2014