Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΧΑΪΡΙ ΚΑΙ ΠΡΟΚΟΠΗ:!

Από ΠΟΑΚΑ στο ξεκίνημα, στην παραπέρα πορεία της έγινε ΠΟΑ.

Το σαράκι του Έλληνα καταβρόχθισε τα δύο τελευταία γράμματα. 

Που αντιστοιχούν σε δύο Ηπείρους: Καναδά κι Αυστραλία.

Κατάντησαν μια μπουκιά την Πανηπειρωτική Ομοσπονδία…

Στην πορεία τους ένα τίποτε έκαναν και οι δύο Ομοσπονδίες.

Εκτός από Συνέδρια.

Τα ίδια πρόσωπα ξεκίνησαν στα νιάτα τους τα Συνέδρια. Τα συνεχίζουν και τώρα στα γερατειά.

Έκανα ίδιο ερώτημα σε ανήσυχα δικά μας άτομα: 

Αν ξέρουν την ΠΟΑ κι αν ελπίζουν στην προσφορά της;   

- Δεν ασχολήθηκα καθόλου με αυτό το θέμα - μου λέει ο ένας. - Θα πεις γιατί αδιαφορείς; Διότι ότι πουν για την υπόθεσή μας, θα είναι λόγια. Κι ότι πουν για την Ήπειρο, κούφιες υποσχέσεις.

Χρειάζονται χρήματα και χωρίς αυτά τίποτε δεν γίνεται. Αυτά (οι Ομοσπονδίες και οι μαζώξεις τους) είναι δημιουργήματα των εποχών των «παχιών αγελάδων. Τώρα και να υπάρχει κανένα ψίχουλο, το τρώνε στα Συνέδρια και τα τραπεζώματα.

Η δεύτερη φωνή λέει άλλα. Όταν προσθέσαμε στο ερώτημα και την ουρά «αν συμμετείχε κι ο ίδιος στο Συνέδριο»:

- Βρίσκομαι στα Γιάννενα νοερά - μας λέει. - Με ετήσιο Παγκόσμιο Συνέδριο Βορειοηπειρωτών να αποφασίσουμε μόνοι μας για την τύχη μας.

- Μα μείναμε λίγοι εκεί; - επεμβαίνω.

- Το μεγάλο κακό είναι ότι ήμαστε ακέφαλοι.

Και η τρίτη φωνή (πιο φαρμακερή) λέει τα δικά της κι αυτή. Την μεγάλη απογοήτευση:

- Σε Παγκόσμιο Συνέδριο των Ηπειρωτών (ενιαίας Ηπείρου) έπρεπε να υπήρχε αποκλειστικά θέμα αφιερωμένο στη Βόρειο Ήπειρο. Τουλάχιστον την τρίτη μέρα των εργασιών του. Τώρα κιόλας που βρίσκεται στην πιο δύσκολη καμπή της ιστορίας της η μικρή μας Πατρίδα. 

Τι περιμένεις από τον πρόεδρο Δήμου, το πόδι του οποίου δεν πάτησε ποτέ αυτό τον άγιο τόπο.
Κατάντησε την Ομοσπονδία σε μαγαζί του…

Προσωπικά διαφωνώ κάθετα με ορισμένους Βορειοηπειρώτες που παραπονιούνται για την αδιαφορία των Ελληνοαμερικανών για την τύχη μας.

Και διευκρινίζω: Σαν να είδε ποτέ χαΐρι και προκοπή η Ήπειρος απ’ αυτούς, που να δει τώρα και η Βόρειος Ήπειρος.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

31/07/2014  

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΝΑ ΖΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΥΝΟΡΟ

Σιγά - σιγά σφίγγει ο κλοιός. Το σχοινί γύρω από το λαιμό μας…

Ολοφάνερος ο σκοπός. Με τη διοικητική διαίρεση η Αλβανική Κυβέρνηση επιχειρεί σταδιακά  να μας σβήσει από το χάρτη…

Πρώτα επιλέξαμε μόνοι μας την εξαφάνισή μας, μέσω της εγκατάλειψης της γενέθλιας γης.

Πήραμε το σακάκι ο καθένας μας ξεχωριστά και φύγαμε.

Χωρίς να μας πει ο πολιτικός μας φορέας κι ούτε η μάνα μας Πατρίδα: «Ρε κόσμε πού πάτε; Μην φύγετε! Θα βρούμε τρόπο να επιβιώσετε στον τόπο σας!».

Δεν είναι νέα, είναι παλιά η αλβανική ταχτική. Πότε καμουφλαρισμένη, πότε ολοφάνερη.

…Θυμηθείτε στο πρώην σύστημα πώς μας ανάγκαζαν να αλλάξουμε δια της βίας τα ονόματα των παιδιών μας στο Μαιευτήριο.

Μας σκόρπιζαν παντού σε όλη τη χώρα, για να μας έχαναν τη σπορά.
Μας μείωναν τις ώρες διδασκαλίας στη μητρική.

Μας «έκοβαν» σιγά - σιγά τη γλώσσα…

Τώρα επιχειρούν να μας δώσουν την χαριστική βολή.

Ποια δικαιώματα ζητάει ο κάθε Βενιζέλος να μας σεβαστεί η Αλβανία, όταν η κυβέρνησή του μας αφαιρεί δικαιώματα;! Κόβει τη σύνταξη του ΟΓΑ στην τρίτη ηλικία κι αδειάζει συνειδητά τον τόπο μας;!

Σ’ έναν καιρό που η Ελλάδα για τους Βορειοηπειρώτες θα πρέπει να έχει ειδικό καθεστώς προστασίας!

Από ποια κυβέρνηση ζητάει δικαιώματα ο κάθε Ντούλες, όταν η Ομόνοια - ΚΕΑΔ είναι Κυβέρνηση. Αντιπρόεδρος Αλβανικού Κοινοβουλίου ο ίδιος και διορισμένοι τρεις δικοί μας Υφυπουργοί;!

Με δικό μας Αλβανό Πρόξενο στα Γιάννενα, με Μορφωτικό Ακόλουθο και Πρώτο Γραμματέα στην Αλβανική Πρεσβεία στην Αθήνα μέχρι χθες;!

Με δικά μας παιδιά βουλευτές σε Αλβανικά Κόμματα…,

Με δύο κόμματα, ΚΕΑΔ και ΜΕΓΚΑ, σε διάσταση, σε διάσπαση κι αλληλοσπαραγμό…

Με έπαρχους που πουλάν τη γη. Που δεν αντιστέκονται σε καμιά προσβολή.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, που η Αλβανική Κυβέρνηση κάνει του κεφαλιού της, για την νέα διοικητική διαίρεση, καθήκον του ΚΕΑΔ είναι να αποχωρήσει από τον κυβερνητικό συνασπισμό και οι βουλευτές ελληνικής καταγωγής σε αλβανικά κόμματα να παραιτηθούν.

Είναι, πραγματικά, δυστυχία να ζεις πάνω σε σύνορο.

Να είσαι Μειονοτικός.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

25/07/2014 

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Η ΠΕΡΙΣΣΙΑ ΑΓΑΠΗ ΤΙΜΩΡΕΙ

 Είναι ασυνήθιστο το περιστατικό, που θα σας αφηγηθώ. 

Προσωπικά το εκτιμώ σαν σπάνιο κοινωνικό θέμα

Με πείραξε βαθιά, πέρασε αυθόρμητα μέσα στο πετσί μου.

Στη συνείδησή μου.

Δεν χρονοτριβώ. Σας το εξιστορώ ατόφιο αμέσως:

Η Άρτεμη - η συγχωριανή μου - έπιασε δουλειά όταν όλα τ’ άλλα μέλη της οικογένειάς της λιαζόταν στον ήλιο. Είχαν πληγεί απ’ την ανεργία.  

Μέσα στην έντονη κρίση, μπήκε στο σπίτι της η μεγάλη χαρά. Της χαμογέλασε - όπως λέμε - η τύχη.

Η απασχόλησή της ήταν να φροντίσει το μωρό ενός βολεμένου ζευγαριού στο Κολωνάκι.

Η συμφωνία - μεταξύ των γονέων και της ίδιας - στηριζόταν πάνω σε δύο βασικούς πυλώνες: Τη συνέπεια στο ωράριο και την άψογη φροντίδα προς το μωρό.

Αν της περίσσευε χρόνος, να έκανε και κανένα συμμάζεμα του σπιτιού…

Τονίστηκε ξεκάθαρα ότι η φροντίδα της νταντάς προς τη Νεφέλη θα είναι μητρική.

Μα… έτσι κι αλλιώς η Άρτεμη το ίδιο και καλύτερα θα έπραττε. Γιατί είναι ευαίσθητη μητέρα.

Για τα παιδιά πονάει η ψυχή της. 

Το έπλενε το μωρό, το τάιζε, το κοίμιζε με χάδια και κανάκια…, με παραμύθια ή νανουριστά τραγούδια…

Της έκανε όλα τα κέφια της Νεφέλης. Τη λάτρευε πραγματικά.

Κι η χαριτωμένη μικρούλα, της το ανταπόδιδε με χαμόγελα, με σκιρτήματα…, με την αθώα αγάπη της.  

Έφευγαν οι γονείς από το σπίτι, πήγαιναν στις δουλειές τους με το μυαλό κλειδωμένο, με το κεφάλι τους ήσυχο…

Τα βράδια, όταν η Άρτεμη ετοιμάζονταν να πάει στο σπίτι της, το μωρό ριχνόταν στην αγκαλιά της και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω της.  

Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες κι η αγάπη της νταντάς για το μωρό κι αντιστρόφως μεγάλωνε απερίγραπτα.

Η μάνα αντί να χαιρόταν, να θαύμαζε αυτή τη μεγάλη αγάπη, άρχισε να ζηλεύει νοσηρά. Διαφωνούσε με το γεγονός, που η Νεφέλη αγαπούσε περισσότερο τη νταντά, παρά την ίδια.

Την τρέλαινε ακόμα και η ιδέα.

Η ζήλια έφτασε στ’ αποκορύφωμα όταν η αφεντικίνα ένα Σαββατόβραδο, προσφέρει στη νταντά τον τελευταίο μισθό και την αποχαιρετάει ψυχρά για πάντα.

Την παύει από τη δουλειά.

- Από βδομάδα - της λέει, δεν θα έρθεις πια. - Σου είπα να τη φροντίσεις την μικρή, όχι να την ξεμυαλίσεις…

Κρίμα που εμπιστεύτηκα την κόρη μου σε σένα!!!

Για να διώξει η αφεντικίνα την Άρτεμη από τη δουλειά, δεν στηρίχτηκε σε ατέλειες και λάθη, αλλά στην περίσσια αγάπη νταντάς προς το παιδί …

Είναι να τρελαθείς…!!!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

22/07/2014

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ ΚΡΥΦΤΟΥΛΙ

(Αφορμή από μια φωτογραφία μικρούλη, που παίζει κρυφτό)

Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε να παίζω με τους φίλους μου κρυφτό. Θυμάμαι και τις ζαβολιές που έκανα. Δεν έκλεινα καλά τα μάτια μου με τις απαλάμες.

Ακουμπισμένο το πρόσωπό μου πάνω σε κορμό δέντρου, είτε σε τοίχο, απ’ τις ραφές των ανοιγμένων δαχτύλων εντόπιζα όλα τα παιδιά πού κρυβόταν. 

Όταν μεγάλωσα, ακόμα και σήμερα, δεν κρύβομαι ποτέ. Στη ζωή, δεν μου αρέσει το κρυφτούλι. 

Στη δημοσιογραφική μου καριέρα, στη στήλη μου πάντα παρουσιάζομαι με τ' ονοματεπώνυμο και με τη φωτογραφία μου. Δηλώνω ότι είμαι εγώ. Κι είμαι εδώ.

Βλέπω τον κόσμο χωρίς παρωπίδες, γράφω ελεύθερα, αντικειμενικά κι όποιου αρέσω... 

Αυτή την ελευθερία χαίρομαι σήμερα, που τη στερήθηκα χθες. Και δεν την αλλάζω με τίποτε.  

Μου ροκανίζει την ψυχή η ανησυχία, το άγχος για τη σημερινή δύσκολη κατάσταση που ζούμε, η οποία θα τραβήξει χρόνια.

Παρόλα ταύτα η ελπίδα μου είναι ότι το αύριο θα βελτιωθεί αρκετά. Η ζωή θα τρέχει πιο γοργά και χωρίς σπατάλες.

Θα στρώνουμε το τραπέζι μόνο με τ’ απαραίτητα. Δεν θα πετάμε πια... οκάδες περίσσευμα... σε κάδο απορριμμάτων. 

Όμως, αυτό το μέλλον, προσέξτε καλά μου παιδιά, θα είναι υπερβολικά απαιτητικό. Θα ζητάει υψηλή ποιότητα κι απόδοση. Και, επόμενο είναι, θα επιβάλλει αυστηρή πειθαρχεία.

- Ξεχνάει πια ο κόσμος τον παλιό κακό του εαυτό και κοιτάει αισιόδοξα κατάματα το μέλλον του -

Χωρίς προσόντα, χωρίς ποροσφορά, χωρίς να διακρίνεσαι, να ξεχωρίζεις, δεν θα πηγαίνεις πουθενά.

Θα σε βγάζει, δυστυχώς, η ζωή στο περιθώριο... 

Θέλοντας ή μη, κάπως έτσι θα κυλήσουν τα πράγματα στα επόμενα χρόνια … Σας το λέω ειλικρινά. Έτσι όπως το πιστεύω και το αντιλαμβάνομαι.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
01/02/2014

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΙΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΘΑΨΕΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Ο Αντώνης Βασίλης είναι ένα σεβαστό, αξιόλογο πρόσωπο.

Ένας από τους πολλούς καλούς μου φίλους. Ένας από τους ήρωές μου, που μου ανοίγουν διάπλατα την πόρτα της ψυχής τους και μπαίνω μέσα.

Πριν από μερικά χρόνια μού εξιστόρησε ένα γεγονός. Βάσει του οποίου τότε έγραψα ένα κείμενο. Ενώ ετοιμάστηκα να το συμπεριλάβω σε βιβλίο, με σταμάτησε.

Με την ιδέα να τ’ αναφέρει πρώτα ο ίδιος. Κατά την ταπεινή του γνώμη, σε μια μαζική συγκέντρωση.

Από τότε άλλαξαν πολλά πράγματα . Δυστυχώς προς το χειρότερο. Κι αναθεώρησε ο Αντώνης πρόσφατα τη στάση του.

Δεν θεωρεί τώρα πια τη δημοσίευση του κειμένου πισώπλατη μαχαιριά…. 

Η είδηση:

Το 2001, όταν επισκέφτηκε την Αλβανία ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, έκανε μια ιδιαίτερη συνάντηση με τον Έλληνα Πρόξενο, κύριο Καποδίστρια, τον βουλευτή και πρόεδρο της Ομόνοιας, κύριο Ντούλε και τους Υφυπουργούς: Γεωργίας και Υγείας, του ΚΕΑΔ στην τότε κυβέρνηση συνεργασίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα: κυρίους Θωμά Μήτσιο και Αντώνη Βασίλη.

Σκοπός της συνάντησης ήταν να ενημερωθεί ο Αρεοπαγίτης για την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας. 

Οι κύριοι: Ντούλες και Μήτσιος, σαν να «είχαν» προ συνεννοηθεί. Ανέφεραν: Στρώνονται δρόμοι στα χωριά μας, κατασκευάζονται γέφυρες, καλλωπίζονται πλατείες… Γίνεται τεράστια δουλειά για τη βελτίωση των δικτύων ύδρευσης και ηλεκτροδότησης.

Αλλάζει, γενικά, η εικόνα του τόπου μας. Κι επηρεάζει ορισμένους μετανάστες να γυρίσουν στα σπίτια τους. Για να επιβιώσουν, συγκροτούν ιδιωτικές επιχειρήσεις…

Το σχόλιο:

Με την ρόδινη παρουσίαση της κατάστασης - ψέμα με ουρά, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τα λεφτά του ελληνικού δημοσίου, που είχαν «πέσει με το τσουβάλι», όλο αυτό το διάστημα, στον τόπο μας.

Ένα χρώμα του ‘φευγε, άλλο του ερχόταν του Αντώνη Βασίλη. Τ’ αναβόσβηναν τα λαμπάκια απ’ το θυμό. Το ψέμα, που πήγαινε σύννεφο, του ‘σπαγε νεύρα και τύμπανα μαζί...

Όταν κατάλαβε ότι η ενημέρωση έληξε κι ότι οι επίσημοι το 'χαν ρίξει πια στο φαγοπότι, δεν άντεξε.

…Και ξέσπασε:

- Τα χωριά μας, κυρίως στους Αγίους Σαράντα και στο Δέλβινο, αδειάζουν συνεχώς. Μερικά έσβησαν τελείως από το χάρτη. Στα περισσότερα η κατάσταση είναι απελπιστική. Σ’ αυτά τώρα συναντάς μόνο παρήλικες. Στ’ απόμερα, πιάνεις τα κλάματα ...

Δεν έχουμε ποιος να μας θάψει τους νεκρούς;!...

Τηλεγραφικά είπε όλη την αλήθεια. Παρουσίασε την πραγματική εικόνα του τόπου μας. Πέταξε το ψέμα σε κάδο απορριμμάτων. Και ηρέμησε η ψυχή του. 

Θα αναρωτηθείς: 

Πώς ξεστομίζουν χοντρό ψέμα οι πολιτικοί μας;! Δεν έχουν τσίπα πάνω τους, δεν έχουν τύψεις;! 

Συνεχίζεται ομαλά και παραπέρα ο συλλογισμός σου: 

Το ψέμα και οι τύψεις, μπροστά στο να παραδέχεσαι το άδειασμα του τόπου σου, είναι ασήμαντα.

Αφού μας παράτησε, μας άφησε στο έλεος της τύχης η πατρίδα μας, η Ελλάδα, θα μαραζώσουν οι «εκλεχτοί» μας(;!)

Ούτε αγώνα δίνουνε, ούτε και παραιτούνται.

Μόνο καταστρέφουν. 

Και καταστρέφοντας πλουτίζουν ...


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
19/01/2014

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟ

Σαν να είναι γραμμένο…

Στις προσπάθειες μου, για να ρυθμίσω κάποιες εκκρεμότητες στο ελληνικό δημόσιο, είτε σ' οποιοδήποτε άλλο ίδρυμα, συναντώ διαρκώς εμπόδια. 

Περνάω πολλά στο πετσί μου.

Για να λύσω ένα απλούστατο πρόβλημα, φτύνω, αλήθεια, αίμα.

Ότι περιγράφω, είναι πιστό. Μην το αμφισβητείται, καθόλου…

Η κατάσταση, που υπέφερα κι αποδοκίμασα στην Περιφέρεια Αττικής, για να καταθέσω τα επίσημα έγγραφα της συζύγου μου, για άδεια παραμονής, είναι απαράδεκτη.

Σε σύγκριση με τις άλλες υπηρεσίες ίδιας λογικής, είναι τρισχειρότερη;!

Αυτού ζεις, στην κυριολεξία, ένα μπάχαλο. Έναν εφιάλτη.  

Συναντάς πραγματικό φρενοκομείο.

Το ανεπίτρεπτο σκηνικό λεκιάζει ακόμα πιο πολύ την εικόνα της διεφθαρμένης χώρας από τους χθεσινούς και σημερινούς Έλληνες πολιτικούς.

Η αισχρή συμπεριφορά των νεοελλήνων, προσβάλλει σοβαρά τις αρχές και αξίες του αρχαίου πολιτιστικού. Σαν ν’ αγγίζει το κόκαλο του Περικλή, του Σωκράτη, του Θεόφραστου, του Πλάτων, του Αισχύλου…

Δεν είναι τυχαίο το συγκεκριμένο αλαλούμ. Αν το ψάξεις στο βάθος, θα δεις ότι ορισμένοι μαντράχαλοι βολεύονται ακόμα και στην κρίσιμη στιγμή…

Βάζουν, από τα χαράματα, τον κόσμο στη σειρά. Του ουρλιάζουν. Τον σπρώχνουν, τον απειλούν, τον υβρίζουν... Τον προσβάλλουν αδικαιολόγητα…

Έξω από τα σιδερένια κάγκελα… επιχειρούν να του πάρουν την ψυχή.

Μέσα από τα κάγκελα, τον ψήνουν, κάτω από τη γάστρα του ήλιου. Τον σταυλώνουν σ’ έναν τεράστιο χώρο. Τον στριμώχνουν σ' άλλες βασανιστικές ουρές.

Για ν’ αντέξεις όλο αυτό το βάσανο, πρέπει να είσαι φτιαγμένος από σίδερο. Να έχεις χαλύβδινη υπομονή.

Χαλύβδινα νεύρα.

Μια γυναίκα - αλλοδαπή - δεν αντέχει πια… Βγαίνει από τη σειρά και υψώνει τη φωνή της λογικής…

Μα ο τοίχος δεν ακούει. Ο τοίχος δεν έχει ψυχή.

Ήρθα - λέει - στην Ελλάδα για φως και βρίσκω σκοτάδι…

Άλλος, πάνω στον ανεξέλεγκτο θυμό του, επιχειρεί να καταστρέψει τα επίσημα έγγραφα. Συγκρατείται, δεν το κάνει. Απλά τα τσαλακώνει κι απομακρύνεται. Φωνάζοντας σαν τρελός: «Η Ελλάδα δεν φτιάχνεται ούτε με σφαίρες!

Δεν πρόκειται…!».

Όλη αυτή η εικόνα με πληγώνει βαριά.

Ο νεοέλληνας το κακό το ‘χει στη ρίζα. Στη νοοτροπία. Πρέπει να ξεριζώσει από μέσα του τη ρίζα του κακού.

Ν’ ανατρέψει την παλιά νοοτροπία.

Τους αλλοδαπούς αν δεν τους χρειάζεσαι, τους διώχνεις απ’ τη χώρα νόμιμα. Διαφορετικά... τους αντιμετωπίζεις πολιτισμένα, θετικά.

Όπως αρμόζει σ’ έναν συνάνθρωπο…

Από την κρίση η Ελλάδα δεν διδάσκεται. Επιμένει στην απάτη, την ψευτιά, την διαφθορά…

Διαρκώς… αυτοκαταστρέφεται…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

15/07/2014  

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

ΟΙ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

(Υπερευαισθησία προς τους τετράποδους φίλους)

Μου παρέσυραν αρκετές φορές την προσοχή οι ζωόφιλοι.

Με την υπερευαισθησία τους για τα ζώα, αλλά ξεχωριστά για τους σκύλους.

Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό, που λέει ωμά, γιατί ορισμένοι άνθρωποι στρέφουν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους περισσότερο προς τα ζώα…

Μόλις μπήκα στην Ελλάδα, έπιασα δουλειά σε οικοδομή. Όπου έβγαινε ψωμί.

Η πένα μου, προσωρινά, μετατράπηκε σε σφυρί, μυστρί  και φτυάρι.

Ανακαινίζαμε, μαζί και μ’ άλλους οικοδόμους, μια παραδοσιακή τεράστια βίλα στο Κεφαλάρι. Τα λεφτά του αφεντικού με ουρά.

Ζούσε ονειρεμένα, μέσα σ’ όλα τα καλά του κόσμου, ο Γιώργος Δημητριάδης.

Είχε σπίτι στο Μάτι, εξοχικό στη Σίφνο, μετοχές στο Βωβό, επιχείρηση για πώληση ακριβών αυτοκινήτων στη Λάρισα. Ενοικίαζε σπίτια από ‘δω, μαγαζιά από ‘κει, ξενοδοχειακούς χώρους παρέκει…

…Κι όμως, ήταν τόσο σεμνός, που δεν το χωράει ο ανθρώπινος νους.

Μια απ’ όλες τις μέρες, μετά τη δουλειά, του τη δίνει, δεν ξέρω γιατί, να γευματίσει μαζί με μένα, τον εργάτη του.

Δίπλα μας, στο χώρο της οικοδομής, δύο τρεις σκύλοι… με αξεκόλλητο το βλέμμα από πάνω μας…

Η Λίζα, ήταν η αδυναμία του αφεντικού. Δεν κατέβαζε μπουκιά ο Δημητριάδης κάτω, χωρίς να την ταΐσει.

- Τους αγαπάω τους σκύλους - μου λέει. - Τους πονώ. - Έχω μπόλικους: Πέντε στο Μάτι, τρις στη Σίφνο, τρις εδώ… Μαγειρεύουμε γι’ αυτούς ξεχωριστά …

Έχουν την κατσαρόλα τους…

- Μα…χαλάτε πολλά λεφτά για τους σκύλους, κύριε Γιώργο - μου διέφυγε το ερώτημα από τη μεγάλη περιέργεια. Χωρίς καν να το αντιληφθώ.

Την ίδια στιγμή, είχα δαγκώσει κιόλας τη γλώσσα μου…

-  Ναι, αρκετά... Χαλάλι τους, όμως.

- Τι χαλάλι, ρε άνθρωπε του Θεού - είπα θυμωμένος μέσα μου. - Εδώ ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα κι εσύ θρέφεις σκύλους;!

Το εσωτερικό ερώτημα, μέχρι να βγει από το στόμα μου, το είχα φτιασιδώσει αρκετά.

Του λέω:

- Κάνετε έξοδα βασιλικά για τους σκύλους. Αν τα δίνατε τα λεφτά αυτά σε μια φτωχή οικογένεια, θα σας τ’ αναγνώριζε κιόλας;!

Το καθαρό πρόσωπο γυρίζει ολόκληρο από μένα, μου ρίχνει καλοσυνάτο βλέμμα και μου λέει:

- Κοίτα τι θα συμβεί τώρα, Γιώργο!

Η έντονη περιέργεια, με μετέτρεψε ολόκληρο σ’ αυτιά και μάτια…

Φωνάζει αμέσως στ’ όνομα τη Λίζα, που ήταν στον αυλόγυρο.  Σαν κεραυνός ο σκύλος ήρθε μέσα. Κρατούσε δαγκωμένο ένα τριαντάφυλλο. Ανεβαίνει στα πόδια του αφεντικού, αφήνει το τριαντάφυλλο πάνω στο χέρι του κι όλο χαρά κουνάει η Λίζα την ουρά της.

- Κοίτα τι χαρές, τι αγάπες - μου λέει τ' αφεντικό - . Είναι να μην την αγαπάς, μετά, τη Λίζα;! Να μην την φροντίζεις;!

Τη Λίζα την ταΐζεις και στ’ αναγνωρίζει. Σου γλείφει το χέρι.

Με τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες, σ’ όλη μου τη ζωή, έδωσα δουλειά, ψωμί, σε κόσμο και κοσμάκη. Αλλά, δυστυχώς, κανένας δεν μου το ξέρει. Ένα τηλεφώνημα σε σημαντικές γιορτές, δεν ρίχνει κανείς. Αυτή την πράξη πώς την κρίνεις;!

- Αχαριστία, τη λέγω εγώ.

- Εσύ όπως γουστάρεις πες τη. Εγώ τη λέω απανθρωπιά. Είναι σκληρός, αδίστακτος ο κόσμος.

Κι όμως, εγώ επιμένω στο παλιό βιολί μου:

"Να φροντίζουμε τα τετράποδα, μα περισσότερο να προσέχουμε τον συνάνθρωπό μας!".


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
13/07/2014

   




Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΠΕΤΡΑ ΠΙΣΩ

Ξέρεις…!

Έχεις ιδέες μέσα σου. Όμως, χρειάζεσαι την αφορμή, για να τις εκτοξεύσεις.

Περιμένοντας μετά την αντίδραση του κόσμου.

Με πείραξε σχόλιο του Φώτη Θανάση - κινούμαστε στην ίδια συχνότητα - απ’ το οποίο δανείζομαι αποσπάσματα, που κουβαλούν πόνο, ευθύνη και θυμό:

«Είμαι ένας απλός βορειοηπειρώτης, χωρίς ντουντούκες και φανφάρες. Όχι απαθής, όχι ουδέτερος. Παίζω πολιτικά, όχι πολιτικάντικα… Κάπου χάνουμε την ουσία… 1ΟΟ χρόνια τώρα δεν μπορέσαμε να γλιτώσουμε την Πατρίδα μας από μέσα, θα την γλυτώσουμε απ’ έξω;… Από Αθήνες, Λονδίνα, Παρίσια και Νιου Γιόρκες λέγονται πολλά. «Θα αγωνιστώ για τις συντάξεις των παππούδων», λέει ο ένας, για την «Αυτονομία», ο άλλος, «για τα λεωφορεία» ο παρά πέρας, «για τα σχολεία, τα νοσοκομεία» ο πιο κάτω, ο πιο πάνω. Ουφ…, έχουμε ζαλιστεί».

Όπως δείχνουν τα πράγματα, όλες οι πράξεις μας, είναι χαμένες ενέργειες.

Μας οδηγούν στο πουθενά.

Η ρηχή σκέψη υπερτερεί. Η μεστωμένη είναι ελλιπείς.

Καιρό τώρα παρακολουθώ άτοπες πράξεις. Ως και παράλογες. Ενώ στενεύει - στα πάτρια εδάφη - διαρκώς το σύνορό μας από τις υφαρπαγές, τις αγοροπωλησίες, τις παρανομίες, τις σπρωξιές - κλωτσιές, τις αυθαιρεσίες, τις αδικίες…, εδώ στην Αθήνα ορισμένα άτομα πηγαίνουν και διαμαρτύρονται στην Αλβανική Πρεσβεία.

Δημοκρατική είναι η κίνηση. Αλλά το μεγάλο μας θέμα δεν λύνεται με φωνές και συνθήματα, με υπόμνημα που απευθύνεται σε Αλβανό διπλωμάτη. Που, αναμφισβήτητα, θα μεταφέρει το αίτημα στην Αλβανική Κυβέρνηση.

Όλες αυτές οι αδικίες, αφού γίνονται στο τόπο μας, πηγαίνεις εκεί, επιτόπου. Στο σπίτι σου, στο χωριό σου, στο οικόπεδο σου, στο χωράφι σου, στα δικαιώματά σου και τα διεκδικείς…

Όλα μαζί.

Όλοι μαζί.

Γιορτάσαμε τα 100χρονα της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου. Αλλά πού;

Ψάλαμε, κρατήσαμε λόγο, καταθέσαμε στεφάνια στον Άγνωστο Στρατιώτη, χορέψαμε, τραγουδήσαμε, φάγαμε, υψώσαμε περήφανα τη σημαία της Αυτονομίας στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και αλλού.

Στον τόπο της Αυτονομίας τίποτε απ’ όλα αυτά.

Μόνο λίγες «ντουφεκιές», για να μην πούμε σιωπή τάφου.

Εκεί ρίχτηκαν νύχτα, ή κατά τα ξημερώματα προκηρύξεις σε πλατείες, σε δρόμους... Σ’ ένα στενό σοκάκι του χωριού μου έσκυψα χάμω και πήρα στο χέρι μου το χαρτάκι.

Μετά από εξονυχιστικό αστυνομικό έλεγχο - πάρθηκαν μέχρι και δακτυλικά αποτυπώματα - έγιναν διάφορες συλλήψεις …

Βρήκε ο κόσμος το μπελά του.

Την αντίδραση έξω, την πληρώνει ο κόσμος μας μέσα.

Ο τόπος, η μικρή υπέροχη Πατρίδα μας, σώζεται από μέσα. Η μάχη δίνεται στο πεδίο μάχης.

Όλα είναι πολύ μακριά, άπιαστα πουλιά, ονειροπολήσεις - ακόμα και οι Βρυξέλλες του Βορειοηπειρώτη Ευρωβουλευτή - όταν ο τόπος αδειάζει.

Όταν η Αλβανία, θα είναι μέλος της ΕΕ κι η μπάρα της Κακαβιάς θα καταργηθεί, και το σύνορο θα είναι πια εικονικό, ο τόπος μας θα μείνει δικός μας, εάν θα ομιλιέται η  ελληνική.

Η κρίση δεν γίνεται ευκαιρία επιστροφής. Μας οδηγεί προς άλλα λιμάνια μακρινά.

Διαρκώς ρίχνουμε πέτρα πίσω.

Δυστυχώς.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
30/04/2014

    


     

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΕΣΠΕΡΝΑΝ

(Κοίτα τι μου θυμίζει μια φωτογραφία!)
Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτε. - Αν σας πω θυμάμαι, θα σας γελάσω. - Τόσο μικρούλης ήμουνα. Θα πέρασε ο φωτογράφος έξω από την πόρτα κι οι γονείς μου τον πήραν μέσα στην αυλή. Να μας φωτογραφίσει. 

Έκοψε η μανούλα μας μολόχες, τριαντάφυλλα, αγιόκλημα, ροδοδάφνη…, κι έφτιαξε τρεις μικρές ανθοδέσμες. Και μας έδωσε από μια. Για να την κρατήσουμε στο χέρι. 

Εμένα, για να έφτανα το μπόι της αδερφής, με ανέβασαν πάνω σε καρέκλα. Με πλεχτό, ψάθινο κάθισμα. Αυτή και δύο - τρεις άλλες καρέκλες, ίδιας κοπής, τις θυμάμαι καλά. Ήταν βαλμένες στον οντά, δίπλα στο μιντέρι.

Το σπίτι ήταν χτισμένο ξερολίθι. Κι ασβεστωμένο με μεράκι. Η αυλή στρωμένη όπως - όπως, με μεγάλες πέτρινες πλάκες. Όχι όλη η αυλή. Μόνο ένα κομμάτι. Την υπόλοιπη, ο πατέρας μου την πλάκωσε με περίσσευμα μπετό από τις μυλόπετρες που έφτιαχνε στο σοκάκι. 

Στη μέση της αυλής ήταν η συκαμιά. Έκανε άσπρα νόστιμα συκάμια. Έτρωγες του σκασμού και δεν χόρταινες. Στον κορμό της, αργότερα, όταν πήγα στο σκολειό, ακουμπούσα κι έγραφα τα καθήκοντα. Καθισμένος σε σκαμνί. 

Η εξώπορτα ήταν πολύ μεγάλη. Τεράστια. Όπως και πολλές άλλες στο χωριό. Για να χωρούσαν το φορτίο με ζαερέ. Για την αγελάδα και τα γιδοπρόβατα. - Τα σπίτια αυτά πριν ήταν καλύβια. - Με τον αδερφό μου την εξώπορτα την είχαμε τέρμα. Γινόταν χαμός, φασαρία μεγάλη, στο παιχνίδι με το λαστιχένιο τόπι. 

Ότι ζημιές ή ζαβολιές έκαναν τ’ αδέρφια μου, τις μαρτυρούσα στη μαμά μου. Και τις τρώγανε ανάποδες. Ενώ εμένα με 'σφιγγε στην αγκαλιά της και με χάιδευε γλυκά. 

Δεν έκανα καλά. Αυτό το κατάλαβα από την αδερφή μου, που μου μαύριζε τον πισινό στο τσίμπημα και δεν με έπαιρνε πια μαζί της. 

Όσο έβγαζα το μυστικό μικρός, τόσο δεν έβγαζα μιλιά. Το ‘θαβα βαθιά όταν μεγάλωσα.

Με αποκαλούσαν σγουρομάλλη. Κι αυτό το νόμιζα βρισιά. Με εκνεύριζε. Καμιά φορά, μου έδεναν κορδέλα στο κεφάλι. Κι έκλαιγα με ελιγμούς. Ώσπου να μου τη βγάλουν. 

Σίγουρα, θα ήμουν μεγαλύτερος, απ’ αυτόν που βλέπετε στη φωτογραφία, όταν φορούσα μια παλιά φουστανέλα της μάνας μου, το βελούδινο μακρύ γιλέκο, έδενα στο κεφάλι ασπρομάντηλο, άρπαζα ένα ξύλο από τη στάβα για μπαστούνι και παρίστανα τη γριά. Έβγαινα, έτσι…, ως το πηγάδι. Όποιος με έβλεπε, λυνόταν ο αφαλός του από τα γέλια.

Από ζούρλες, έκανα πολλές. Κάργα. Να μην τις μετρήσω τώρα… Δεν άφηνα πέτρα απανωτή. Μου έλεγαν ότι φύτρωνα στο γήπεδο. Στις καχτιές του Σέλλειου, στα πλατάνια του Μάλλιου, στο χασίλι της Κρίβως, στη γούρα του Γουργού… Όπου δεν με ‘σπερναν… Κάπου, άπλωνα χέρι και στα φρούτα των γειτόνων. Ώσπου… μια φορά με γράπωσαν. Πάνω στης Λέξαινας την κυδωνιά. Μου τράβηξαν δυνατά τ’ αφτί. Μου το ‘καναν παπούτσι. 

Για να με ξεφορτωθούν, με πήγαν στο νηπιαγωγείο. Στην αρχή τσαντίστηκα. Το έσκασα κλέφτηκα την πρώτη μέρα. Κι έφτασα, με παρέα, ως τ’ αμπέλια. Αργότερα μόνιασα. Μου άρεσε ο χορός με τα κορίτσια, το τραγούδι, τα παιχνίδια. Η λευκή μπλούζα που φορούσα. Το κεντητό καθαρό μυτομάντηλο, που μου έβαζε η αδερφή στη τσέπη.

Όταν πλησίαζε η ώρα, για να μπαίναμε στη γραμμή για τα σπίτια, κι οι μικρούληδες φώναζαν χαρούμενα, δεν μου έκανε η καρδιά ν’ απομακρυνθώ. Τόσο πολύ το αγάπησα το νηπιαγωγείο. Μα και τη δασκάλα μου, την Αθηνά.

Η γιαγιά μου συνέχεια μου τραγουδούσε: «Στα κατσαρά σου τα μαλλιά,/ λαλούν αηδόνια και πουλιά…». Δεν μου άρεσε το τραγούδι αυτό, γιατί τα πουλιά, δεν τα ήθελα να κάτσουν πάνω στο κεφάλι μου. Μα…, ήθελα… να τα κρατώ αγκαλιά. Συχνά μου ‘φερνε ο αδερφός μου πουλιά και φωλιές απ’ τα χωράφια. Που τα ‘δενε με ράμμα από το πόδι κι εγώ φτερούγιζα από χαρά. 

Φοβόμουν το λύκο, το σκοτάδι. Και τους κεραυνούς. Μα και τα ισκιώματα, για τα οποία συνέχεια μου μιλούσε η γιαγιά μου. Και τις μίκες, με τα φαρδιά τουμάνια, που ερχόταν από το γειτονικό χωριό στο μύλο γι’ άλεσμα κι έδεναν τα ζώα μεταφοράς ως την ακακία του πηγαδιού και τη λεύκα του Ζούρη. 

Κι ένα τελευταίο. - Γιατί τα παιδικά χρόνια θέλουν ολόκληρο βιβλίο. Δεν τα χωρεί με τίποτε ένα κείμενο. - Κάπου, φαίνεται, θα πήγαιναν οι γονείς μου, κι η γιαγιά έλειπε από το σπίτι, γι’ αυτό με ξεφόρτωσαν στην αδερφή μου, που με πήρε στην τάξη και με κάθισε δίπλα στο θρανίο της.

Έλαχε, εκείνο το πρωινό, να πάει ο νοσοκόμος να εμβολιάσει τους μαθητές. Μόλις είδα να τρυπάει τον πρώτο, πόνεσε η καρδιά μου. Με το φόβο μέσα στα φυλλοκάρδια μου, μήπως με έσπαγε κι εμένα, σκέφτηκα στα γρήγορα τη ζαβολιά. Να ριχτώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Η τάξη, στου Μπάσσιου, ήταν ισόγεια και το έσκασα εύκολα.

Έγινα άφαντος… 

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

07/02/2014

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΚΟΨΕΙ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ Ο ΣΑΜΑΡΑΣ…»

Αφορμή για να ασχοληθώ ξανά με το μονότονο ζήτημα - γάγγραινα στο σώμα μας - του επιδόματος/σύνταξης του ΟΓΑ, έγινε ο σημερινός διάλογος μ’ έναν παρήλικα.

Μου λέει ο δόλιος: «Δύο φορές την εβδομάδα - με την ψυχή στα δόντια - πηγαίνω από Αργυρόκαστρο στα Γιάννενα κι επιστροφή. Είμαι καρκινοπαθής.

Μου έδινε κάποια ανάσα ο ΟΓΑ. Καλύτερα ο Σαμαράς να μου είχε κόψει τις μέρες, τη ζωή,  παρά τη σύνταξη».

Κι από πέτρα να είσαι φτιαγμένος, ένα τόσο δυνατό παράπονο ψυχής σε συγκινεί.
Συνάμα και σε αναστατώνει…

Κάθομαι και σκέφτομαι. Και λέγω: Η μεγάλη πληγή τον Πύρρο Δήμα δεν τον πονάει;! Το Μπολάνο, που προεκλογικά ήπιε καφέ και φωτογραφήθηκε με το Σαμαρά, δεν τον αγγίζει; Τους έπαρχους, που τροχίζονται να πιάσουν καρέκλα δήμαρχου, δεν τους ενοχλεί;

Για τον πατέρα, τη μητέρα, τον παππού, τη γιαγιά τους, δεν έχουν τύψεις οι βουλευτές μας….

Τι διάολο γίνεται με μας…Μόνο άπονα κουφάρια βγάζουμε στην κορυφή;!

Και καταλήγω στο συμπέρασμα:

Με την εγκληματική πράξη της αφαίρεσης της σύνταξης του ΟΓΑ, σημειώστε το καλά στο νου:

Δεν κόβονται λεφτά από την τρίτη ηλικία μας, μα οι μέρες του τόπου μας…

Δολοφονείται η μακροζωία του.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
09/06/2014


(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο)

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

ΑΝΕΙΠΩΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Το βρήκα αλλού το τριαντάφυλλο.

Δεν το έκοψα απ’ τον ανθόκηπό μου. 

Το πήρα στο χέρι και το μύρισα.
Έχει υπέροχη ευωδιά.

Και το κείμενο το δανείστηκα.

Άλλοι το πόνεσαν και το έγραψαν.
Απλά εγώ το διάβασα και μου έκατσε στην ψυχή. 

Το πίστεψα, το αισθάνθηκα. Το βρήκα ζωντανό.

Πολύ συγκεκριμένο.

Θέλουμε ή μη, έτσι συμβαίνει στη μικρή μας ζωή.

Όλα τα βρήκα έτοιμα:

Τριαντάφυλλο και κείμενο…

Όμως, τους έκανα μια «επένδυση». Με δικό μου υλικό. Τα φόρτισα με συναισθηματισμό. Με πόνο και αγάπη ψυχής.

Σας τα στέλνω και τα δύο μαζί πακέτο…

Και με μια συμβουλή:

Βουτάτε το τριαντάφυλλο στο ποτήρι της ψυχής σας, για να μην μαραθεί.
Το κείμενο εμψυχώστε το στη σκέψη σας, να λυτρωθεί.

Πείτε, στον αγαπημένο σας (στην αγαπημένη σας), την ανείπωτη αγάπη σας.
Για να μην ραγίσει η καρδιά σας…  

Κρίμα δεν είναι να ραγίζουν καρδιές από ανείπωτες λέξεις;!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

07/07/2014

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΚΕΦΑΛΙ

Περίεργη η συνάντηση με τον Αλέξανδρο Μπάμπη, από την Παλάσσα της Χιμάρας.

Πέσαμε πάνω στην περίπτωση.

Σ' ένα μείγμα:

Από ζωγράφο, γλύπτη, πεζογράφο, ποιητή, κριτικό, αισθητικό και… βάλε. 

Σου λέει ο Αλέξανδρος:

- Άμα γράφεις, μπορείς και να ζωγραφίσεις, και να τραγουδήσεις, και να λογοκρίνεις… Έχεις το δαιμόνιο μέσα σου… Απλά, στη ζωή σου, επέλεξες να ασχοληθείς μόνο μ’ ένα πράγμα… Για να το κάνεις καλύτερα.

Αφού τον βρίσκεις πολυάσχολο, πολυτεχνίτη τον Αλέξανδρο, νομίζεις ότι όλα σ' αυτόν θα τα βρεις μισά.

Όμως, δεν είναι έτσι.

Σε πίνακα, σε προτομή, σε διήγημα, σε άποψη για ένα καλλιτέχνημα…, πέφτεις πάνω σε υψηλή ποιοτικά.

Και… μένεις… άφωνος. 

Είναι βαθύς σ' ό,τι λέει, σ' ό,τι κάνει.

Ένα παράδειγμα:

Δείτε προσεχτικά, στην εικόνα το γλυπτό του Αλέξανδρου, που φέρει τον τίτλο: «Να περπατάς χωρίς κεφάλι».

Παρουσιάζει τον σημερινό μας άνθρωπο με κομμένο το κεφάλι. Έβαλε το κεφάλι του χάμω και το χτυπάει με την μαγκούρα. Το κλωτσάει με το πόδι του.

Η ιδέα είναι:

Το σημερινό καθεστώς τον άνθρωπο, δηλαδή εμάς, όλους μας, μας θέλει χωρίς κεφάλι.

Χωρίς σκέψη.

Τούτη στιγμή, που έχουμε περισσότερο ανάγκη από την ποιότητα της σκέψης.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
26/11/2013


(Οι φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο).

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΑΡΜΕΝΙΖΟΥΜΕ ΣΤΡΑΒΑ

Κάπου το 2008 έγραψα το κείμενο «Αρμενίζουμε στραβά». Συγκεκριμένη μέρα και μήνα δεν θυμάμαι. Εκδόθηκε στη στήλη «Τρικλοποδιές», που τη φιλοξενούσε τότε η εφημερίδα «Ελληνισμός». 

Η κεντρώα πολιτική τοποθετεί συνέχεια το ΚΕΑΔ σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Να ελέγχει. Να ρυθμίζει. Να μετέχει στη μοιρασιά της πίτας.

Πετυχαίνει συνέχεια τουλάχιστον μια καρέκλα Υπουργού το κόμμα «μας».
Με λίγο «νάζι» ή «κούνημα ουράς» μπορεί να πετύχει και δεύτερη.

Η υπουργική καρέκλα, ανάμεσά μας, δημιουργεί διαρκώς εντάσεις, προκαλεί καυγά. Για ένα φεγγάρι μόνο. Μετά πέφτουν τα αίματα.

Τα αφήνουμε όλα στο «χέρι του καιρού», να κάνει τα δικά του!!!

Περισσότερο θόρυβο, συνεχόμενη σύγχυση, προκαλεί η ανάθεση διπλωματικού αξιώματος σε Βορειοηπειρώτες στην αλβανική πρεσβεία στην Αθήνα.

Προσοχή! Μην μπερδέψουμε τα πράγματα. Εδώ δεν τίθεται θέμα προσώπων. Είτε Διπλωματικών αξιωμάτων. - Θυμηθείτε είχαμε ένα φεγγάρι Γραμματέα της Αλβανικής Πρεσβείας και Μορφωτικό Ακόλουθο -.

Απλά γίνεται λόγος για λανθασμένη πολιτική θέση. Για λανθασμένη πολιτική αρχή ενός κόμματος κουτάλας.

Λογικό είναι. Γιατί όχι. Έλληνας Βορειοηπειρώτης να εκπροσωπεί με διπλωματικό αξίωμα την Αλβανία σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Όμως, να εκπροσωπεί την Αλβανία στην Ελλάδα, την Πατρίδα του, το θεωρούμε αδιανόητο, απαράδεκτο. Μέχρι και καταδικάσιμο.

Αναρωτηθείτε τι θα σύμβαινε αν στη σερβική πρεσβεία στα Τίρανα θα υπηρετούσε Κοσσοβάρος.  
 
Για το παραπάνω ζήτημα λέει την άποψή του ελεύθερα προικισμένος διανοούμενός μας. Ο Αντώνης Βασίλης. Κάτοχος δύο ευρωπαϊκών πτυχίων:

«Εγώ, ως Έλληνας Βορειοηπειρώτης, δεν θα δεχόμουν με τίποτε θέση διπλωματικού εκπροσώπου της Αλβανίας στην Ελλάδα».

Η συνέχεια της μεστωμένης σκέψης του σπουδαίου φίλου μου: «Πρώτα δεν θα ένοιωθα καλά κι έπειτα δεν θα ήθελα να δώσω δικαίωμα στον απλό πολίτη να παρεξηγήσει, να παρερμηνεύσει το ρόλο μου. Να τον δει με καχυποψία. 

Σε άλλη χώρα θα πήγαινα τρεχάτος. Δεν θα άφηνα πέτρα απανωτή, για να πετύχω τη θέση».

Ορθή η παρέμβαση. Συμφωνώ απολύτως με τη διαφωνία του διανοούμενου.

Βλέπουμε ότι αρμενίζουμε στραβά. Πρέπει να αλλάξουμε πορεία.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

...ΝΑ «ΤΙΝΑΞΩ» ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΑΣΤΡΟ

(Αφιερωμένο στον καλό μου φίλο και κορυφαίο ηθοποιό, ΝΙΚΟΛΑ ΛΑΜΠΡΟ)
Όταν κάθεσαι και πίνεις καφέ με ηθοποιό, ασφαλώς και θα μιλήσεις για θέατρο. Πιο σωστά, για υποκριτική. Αυτό έκανα χθες με τον προικισμένο ηθοποιό, Νικόλαο Λάμπρο, πάνω στα Τουρκοβούνια. 


- Από κει ψηλά, την Αθήνα, σαν τα βότσαλα του ποταμού, την είχαμε «βάλει» όλη πάνω στην παλάμη - .

Ημέρα των Φώτων, δεν ξέρω τι με φώτισε να θέλω να ξεκαθαρίσω κάποιες απορίες που έχω μέσα μου. Γενικά για το ρόλο του ηθοποιού. Και συγκεκριμένα πάνω στο συναίσθημα. Αυτό, μετά από την παρακολούθηση της συγκλονιστικής παράστασης, του τραγικοκωμικού έργου «Ο πουπουλένιος», με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα που με κράτησε, για δυόμισι ώρες περίπου καρφωμένο πάνω στην καρέκλα…κι ακόμα ζω… τον δολοφόνο συγγραφέα, που θυσιάζει τη ζωή μπροστά στη διάσωση του έργου του.

Τους ηθοποιούς, βάσει σχολής, ο Νικόλαος τους χωρίζει, αν κατάλαβα καλά, σε δύο βασικές ομάδες. Μάλλον σε τρεις: Σε αυτούς του συναισθηματισμού, της ψύχρας και της γελοιότητας.


Έκανε και τη σχετική ανάλυση: Ο πρώτος, σου λέει διακριτικά, σε πειράζει με το ρόλο που ανεβάζει στη σκηνή, αλλά πειράζεται κι ο ίδιος. Κλαίει ή γελάει μαζί σου. Σύμφωνα με την περίσταση. 


Ο δεύτερος πουλάει άριστα στον θεατή το έργο του. Τον αρπάζει, τον καρφώνει στην καρέκλα, συχνά του προκαλεί συγκίνηση, αλλά ο ίδιος μένει ψυχρός. Ψυχρότατος. Μέχρι και αδιάφορος 

Υπάρχει και ο τρίτος κι ο χειρότερος, που στο ρόλο του, ενώ αυτός μπορεί να κλαίει πάνω στη σκηνή, ο θεατής κάτω, στην αίθουσα…, να ξεκαρδίζεται στα γέλια… 

Το θέατρο έχει και τους πατεράδες του. Δεν είναι ορφανό. Έχει τους κορυφαίους: το Ρώσο Στανισλάβσκι, που τον ηθοποιό τον εννοεί να ζει δεμένο με το ρόλο του συναισθηματικά και το Γερμανό Μπερτόλντ Μπρεχτ, με το τεράστιο άλμα: Να βάζει τη λογική μπροστά στο συναίσθημα…


 Τι μεγαλείο! 

Ο πρώτος βγάζει τον θεατή από την αίθουσα, π.χ., απλά με το δάκρυ στο μάτι, με το κλάμα, ενώ ο δεύτερος τον προκαλεί και να σκέφτεται. Ταυτοχρόνως και να προβληματίζεται απ’ τα όσα του έχει προσφέρει ο ηθοποιός. 

Μάλιστα να αισθάνεται και ήρωας. Επίσης κι ετοιμοπόλεμος… 

Τον εαυτό του, σαν ηθοποιό, ο καλός μου φίλος, Νικόλαος Λάμπρου, τον εντάσσει, στην πρώτη ομάδα…στην πρώτη μεθοδολογία, που σε μπάζει στο πετσί του ρόλου.


Δεν αποκλείει το Μπρεχτ. Ξέρει να την χειρίζεται άριστα πάνω στην σκηνή κι αυτή τη μέθοδο. Ο ηθοποιός ξεκινάει να χτίζει τον χαραχτήρα του ρόλου από μέσα. Πρέπει να ζει με τον χαραχτήρα του. Ενώ ο Μπρεχτ τον βάζει και απέναντι. Διατηρεί και την δική του άποψη απέναντι στον χαραχτήρα. 

Στην εποχή που ζούμε, υπάρχουν πολλές σχολές, πολλές θεωρίες και αναρίθμητα ρεύματα πάνω στην υποκριτική. Κάθε μέρα φυτρώνουν και νέα, άγνωστα «λουλούδια», με λογής λογιών αποχρώσεις και αρώματα. Το θέμα της διαφορετικής άποψης, σχετικά με τις θεωρίες, είναι τεράστιο. 


Οι συγκρούσεις πηγαίνουν σύννεφο. 

…Και σου μιλάει για μια επιθυμία ο Νικόλαος: «Μακάρι να συμβεί. Τρέμω τη στιγμή, να ανέβω ξανά, όπως παλιά, στη σκηνή της πέτρινης πόλης μου, για να «ξυπνήσω» τους συμπολίτες μου και να «τινάξω» στον αέρα το αρχαίο Κάστρο… Πότε θα συμβεί τάχα…, πότε;!. 


Τι λαχτάρα είναι αυτή, που μ' έχει ζώσει και με σφίγγει δυνατά;!».


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ


07/01/2014

(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο)

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ, ΚΛΕΙΣΜΕΝΕΣ ΣΤΟ «ΣΕΝΤΟΥΚΙ»

(Πρόταση για άνοιγμα στο χώρο μας μιας πινακοθήκης. Δεν είναι άσχημη ιδέα. Είναι τόσοι πολλοί οι ζωγράφοι… και τα έργα τους πάρα πολλά)

Τίποτε δεν πρέπει να πέφτει κάτω. Να πηγαίνει χαμένο. Ούτε λέξη. Κι όχι έκφραση και θέση. Άποψη σωστή. Όταν είναι κιόλας από ένα αρμόδιο πρόσωπο. Κορυφαίο καλλιτέχνη. Που ακούει στο όνομα: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΗΣ

Να σας πω, συγκεκριμένα, τι εννοώ: 

Όταν με πείραξε η «γιαγιά» - πορτρέτο ζωγραφικής του Γιώργου Τζούμπα - μ’ έκανε να νιώσω όμορφα, αλλά να μη μπορώ να εξηγήσω το γιατί, απευθύνθηκα για βοήθεια στο φίλο μου, το Γιώργο Μήτση. 

Πρώτα του ανέφερα τι ακριβώς μου συνέβηκε με την πρώτη ματιά, συναισθηματικά.

Ότι έμεινα άφωνος... Μετά του αποκάλυψα την αμφισβήτησή μου: Μήπως δεν είδα καλά το πορτρέτο και κάνω λάθος εκτίμηση;! Επιχείρησα κιόλας ν’ «αγοράσω» γνώμη από τον καλλιτέχνη: «Πώς κρίνεις, Γιώργο, το έργο αυτό;».

Ο δάσκαλος της ζωγραφικής με βοήθησε απλόχερα, ανοιχτόκαρδα:

- Μου δίνεις την ευκαιρία - λέει - να διατυπώσω τη γνώμη μου για τη «γιαγιά», αλλά και για άλλα πορτρέτα του Γιώργου Τζούμπα, που τα έχει στο «σεντούκι». Τα οποία αποτελούν αναμφισβήτητα μέρος μιας μεγάλης κληρονομιάς. Δεροπολίτικης. Πρέπει να συγκεντρωθούν και να δημιουργήσουμε μ’ αυτά μια πινακοθήκη, που θα είναι από τις καλύτερες. 

Συνεχίζει ο ταλαντούχος ζωγράφος:

- Είναι επιθυμία μου να πω, επίσης, ότι τέτοια αριστουργήματα: πορτρέτα, τοπία, κ.λ.π., έχει κι ο Οδυσσέας Σέλλειος κι άλλα παιδιά μας, που σήμερα διαπρέπουν παντού. Όπου τους δόθηκε η ευκαιρία να ζήσουν και να εργαστούν. Τυγχάνουν να είναι όλα πρώην μαθητές μου. Συνέβαλα κάποτε, ταπεινά, στην καλλιτεχνική τους πορεία. 

-Τα περίφημα πορτρέτα, τα τοπία και πολλά άλλα έργα, τα έζησα από κοντά -λέει ο κορυφαίος καλλιτέχνης -. Τότε όταν τα ζωγραφίζαμε μαζί. Τώρα πια αποτελούν τον σπουδαίο μας πλούτο. Που σήμερα ο περισσότερος, δυστυχώς, βρίσκεται κλεισμένος στο «σεντούκι». Αν ανοίγαμε, μ’ αυτά τα έργα, μια ομαδική έκθεση, σίγουρα θα αποτελούσαν καλλιτεχνικό γεγονός. Από τα πιο σημαντικά, από τα πιο σπουδαία στη Δερόπολη και γενικότερα… Καθώς οι καμαρωτές και γεμάτο περηφάνια ασπροπαντηλοδεμένες γιαγιάδες μας, σιγά - σιγά αποχωρούν απ’ τη ζωή… κι ανήκουν πια στο παρελθόν… Η τέχνη όμως…, τις φέρνει τόσο κοντά. Και θα τις φέρνει πάντα.

Υστερόγραφο:

Για όσους δεν γνωρίζουν το Γιώργο Μήτση, ας πάρουν απλά μια «γεύση» από την αυτοπροσωπογραφία του, με την οποία συνοδεύω το κείμενο. Επίσης κι απ’ τις ελάχιστες εντυπώσεις που διατυπώνουν ορισμένοι από τους πολλούς θαυμαστές του γι’ αυτή: 

Κωστάκης Μανέλης: Οι μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν παρόμοια προτερήματα. Σαν εικόνα και σαν ψυχή.

Πέτρος Οικονομίδης: Πολύ πετυχημένο το ασπρόμαυρο και πολύ στο χαρακτήρα. Συγχαρητήρια! 

Πέτρος Τσερκέζης: Υπέροχο πορτρέτο, σαν λαξευμένο. Στο βάθρο της αιωνιότητας. 

Αλμπέρτ Κάσι: Ωραία γραφική, Γιώργο. Μα… τι φταις εσύ, που μοιάζεις του Μπετόβεν. 


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

18/03/2014