Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

«…ΔΕ ΜΕ ΒΑΡΑΕΙ ΜΙΑ ΑΣΤΡΑΠΗ…!»

(Η εξομολόγηση της γιαγια - Κατέρως από την Τρέμουλη)

Κανείς δεν έκατσε να δει τι απέγινε μετά απ’ όλη εκείνη την προεκλογική βαβούρα…

Πήγαν περίπατο: Εκφωνήσεις, αφίσες, φωτογραφίες, συνεντεύξεις, αντιπαραθέσεις, ανακοινώσεις, χειραψίες, επιστολές, τηλεφωνήματα, μηνύματα, τραπεζώματα, κλαρίνα…

Χαμός στο ίσιο…

Μας ζάλισαν οι υποψήφιοι με τα παρακάλια, για να τους ψηφίσουμε…

Τη Δεύτερα, όμως, χάθηκαν από τα μάτια μας διαμιάς.

Η γιαγια - Κατέρω από την Τρέπουλη έχει μεγάλη σκοτούρα.

Εκνευρισμένη, λογαριάζει με τα δάχτυλα. Της βγαίνουν μόνο δύο - τρις υποψήφιοι που μπήκαν σε δημοτικά συμβούλια.

Στην Ευρωβουλή κανένας.

Σκάει από το κακό της… Χολιάζει η κακομοίρα.

Όταν, όμως, βαθαίνει περισσότερο, σκέφτεται τα σικλέτια της, ρίχνεται σαν οχιά:

- Τους έγινε φίνα! - λέει.

Αφού ξέχασαν τα κούσιαλα και τρέχανε να γίνουν γαλονάδες…!

Κοίτα τι άκουγα όλες αυτές τις μέρες στα σοκάκια του χωριού.

Ο Τέλης απ’ το Φανάρι, συνεννοήθηκε μ’ έναν Βεργά, για να ανοίξει τον κουμπαρά και να μας δώσει την κάψω σύνταξη του ΟΓΑ.

Το πρωί αυτά.

Το ίδιο βράδυ, από ντριμπούνα ο Σαμαράς, λάλησε άλλα:

- Λεφτά δεν υπάρχουν - είπε. - Μόνο αγάπη. Μπόλικη, διπλή για τους Βορειοηπειρώτες, που πέρασαν σικλέτια πολλά.

Κατόπι τι να ‘κανε. Το ‘κλωσε κι ο Βεργάς. Είπε:

- Οι γέροι και οι γριές, παρακαλώ, να κάνουν λίγη υπομονή…!

Ως πότε τάχα αυτή η υπομονή, ρε Βεργά;! Ώσπου να βγει του γέρου η ψυχή;! Μερικών, εδώ που τα λέμε, τους βγήκε κιόλας.

Άλλαξαν ζωή.  

Δεν μπορώ να ξεχάσω τον Τέλη «μου». Που με λόγια καρδιάς μ’ έβαλε σε λεωφορείο, σε τρένο, σε παπόρι… κι έφτασα σε νησί, στα παιδιά μου η άλαλη, για να τον ψηφίσω.  

Μόλις έπεσε από τη συκιά, έγινε άφαντος ο φαναριώτης. - Και την προηγούμενη φορά τα ίδια και χειρότερα έκανε… -

Κι εμείς τον ψάχνουμε με το φανάρι..., αλλά δεν του βρίσκομαι σημάδι…

Λέγω με το μυαλό μου το χαζό:

- Καλά… πολιτικός είναι αυτός που μόνο όταν τρυγάει την περγουλιά ασχολείται με τα κοινά;! Διαφορετικά…, δεν νοιάζεται για τον κοσμάκη;!

(Μουουου… μου κάνουν τα προσωπικά τους συμφέροντά, αλλά… η κακομοίρα μυαλό πάλε δεν βάζω. Μου λένε λόγια μ’ ελπίδα κι εγώ αμέσως τα πιστεύω η δόλια…).

Αντί να κλάψω το χάλι του πεζού, κλαίω του καβαλάρη… Χολιάζω, μαραζώνομαι, που του κρεμάν τα πόδια…

Νουουου… δε με βαράει μια αστραπή, που κατεβάζει ο νους μου τέτοιες σαχλαμάρες…

       
Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

02/06/2014    

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

«ΕΡΧΟΝΤΑΙ… ΝΑ ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ…»

(Το θερινό όνειρο του παππο - Νάσιου (Γκάση) Καραντζιά)

Ο παππο - Νάσιος ήταν «αθυρόστομος»…

Κοίτα τι είπε σε περίοδο που το κράτος άρμεγε το φουκαρά: 

«Πού να  βρούμε εμείς οι γαιοκτήμονες τ’ αβγά, το γάλα, το βούτυρο, το μαλλί... Αφού τέτοια προϊόντα, δεν παράγουν οι αγροί».

…Θα του έριχναν τις αλυσίδες αν δεν είχε εκείνον τον καιρό γιους με κύρος: τον Μιχάλη και τον Γιώργο…
 
Αρκετές φορές -  μικρούλης - έτυχε να πάω το μεσημεριανό στον παππο - Νάσιο στ’ αμπέλι, σε περίοδο της σταφυλοπαραγωγής. 

Έκανα τη δουλειά  του έγγονού του, που βαριόταν να διασχίσει καθημερινά - πότε πεζός και πότε μ’ αυτοκίνητο - τον κουραστικό δρόμο από την πόλη στο χωριό.

Ετοίμαζε η μάλε - Τίκα το φαγητό, το ‘βαζε σε πάνινο  σακούλι, του ‘δενε καλά το λαιμό και με ξεπροβοδούσε πάντα με την ίδια μονότονη συμβουλή:

- Μην παίζεις τίποτε, ψυχή μου, με το σακούλι, στο δρόμο, γιατί θα χύσεις το φαγητό!

Για να φτάσω νωρίτερα στον προορισμό -  αποφεύγοντας κάπως τη γάστρα του μεσημεριού, που σου ‘ψηνε το κεφάλι - έκοβα δρόμο.

Περνούσα απ’ το σοκάκι μου, στον Κάτω Μαχαλά, έβγαινα στη Γούρα του Γουργού, ριχνόμουν στα Χασίλια του Κολλά, έπαιρνα μια γλυκιά ανηφόρα και έφτανα στην Αγία Βαρβάρα.

Λίγα μέτρα πιο πάνω, επεκτεινόταν τ’ αμπέλι του Γκάση.

Τι να έλεγε με μένα, το μικρούλη, ο παππο - Νάσιος;!

Μου χάιδευε τρυφερά το κεφάλι, έπαιρνε το πάνινο σακούλι από τα χέρια μου, το κρεμούσε σ’ ένα κλαρί της αχλαδιάς, μ’ ευχαριστούσε για την εξυπηρέτηση και μ’ ένα γρέντζουλο σταφύλι που μου το έφερνε στο καπέλο του - ήταν σφιχτός, σπαγκοδεμένος ο αμπελουργός - μ’ έβγαζε ως την ποριά και με παρακολουθούσε ώσπου να του χανόμουν απ’ τα μάτια. 

Με την αμφιβολία μην τυχών γυρίσω πίσω και κόψω και κανένα άλλο τσαμπί και τον ζημιώσω…

Μια από τις πολλές φορές, πάνω στο ξεπροβόδισμα, ακούστηκε μακριά, ένας δυνατός θόρυβος.

Σαν να ‘πεφταν βόμβες πολέμου προς την κατεύθυνση της Γοραντζής…

Το χωριό, ταρακουνήθηκε σύσσωμο. Σ’ ορισμένα σπίτια, μάθαμε αργότερα, ράϊσαν τοίχοι, έσπασαν τζάμια.

Τόσο δυνατή, τόσο μεγάλη ήταν η έκρηξη πέρα στο βάθος της Δολιανής, στα λατομεία του χωριού…

- Παππού - τον ρωτάω αθώα, - τι είναι αυτός ο θόρυβος;

Γυρίζει και μου λέει ο καημένος:

- Κανόνια, παιδί μου, βόμβες και ντουφέκια είναι. Τι άλλο να είναι…! Έρχονται, να μας πάρουν οι Έλληνες…

Είδα να του χαμογελάει το πρόσωπο… Να χαίρεται. Να του αλλάζει όλη η όψη.

Στα βαθιά γηρατειά έφυγε από τη ζωή ο παππο - Νάσιος μ’ αυτό το θερινό, χαρούμενο όνειρο σφηνωμένο στο νου του.

Όταν θα ξεψυχούσε, θέλω να πιστεύω ότι τα μάτια του θα ήταν στραμμένα προς το Νότο. Περιμένοντας τους Έλληνες…

Για να ‘ρθουν να μας πάρουν.

Πού να ‘ξερε ο δόλιος ο παππο - Νάσιος ότι η Μάνα Ελλάδα θα ‘ρχόταν το ’90 και θα ‘παιρνε όλα τα παιδιά της στην Ελλάδα.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

29/08/2014 

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΣΗΜΕΡΑ «ΕΓΙΝΑ» ΕΛΛΗΝΑΣ

Σήμερα ορκίστηκα. 

Από δω και πέρα πλέον είμαι «Έλληνας». 

Με τα «όλα» μου. 

Αλλά
δεν ένιωσα τρίμμα χαράς μέσα μου. 

Μου έχουν σκοτώσει τη χαρά.

Τη χαρά του Έλληνα. 

Περίμενα την τελετή ψυχρά. Πρόβαλε μπροστά μου μόνο η μακρά ταλαιπωρία. 

Τίποτε άλλο. 

Από τότε που πέρασα το σύνορο (02/02/1991)… και το πόδι μου πάτησε άγιο χώμα Πατρίδας, κι ως τα σήμερα (07/03/2014…, μετράω περίπου 23 χρόνια.

Μια ολόκληρη ζωή «χωρίς Πατρίδα».

Άσπρισα στο περίμενε, για να γίνω «Έλληνας». 

Εγώ ο Έλληνας. 

Σαν να μη με βύζαξε Ελληνίδα μάνα, να μην με νανούρισε στα ελληνικά, να μην μου πρωτομίλησε στη μητρική μου γλώσσα… 

Με έβαλαν στη σειρά με τους ξένους σε τμήμα αλλοδαπών. Και με χειρίστηκαν χειρότερα από αλλοδαπό. 

Όλες οι κυβερνήσεις. 

Όλα τα κόμματα…

Ότι χειρότερο... 

Μεσολάβησε, κατά περίεργο τρόπο, αίτηση πολιτογράφησης. 

Μετά από έρευνα πολλών ετών - ψιλό κοσκίνισμα - επιτέλους με βρήκε και με δέχτηκε η πατρίδα μου σαν Έλληνα…

Εμένα τον Έλληνα.

Πέρα απ’ το παράλογο… 

...Αυτά… τη στιγμή που είχα αγγίξει το Ευαγγέλιο και ορκιζόμουν «…να φυλάττω πίστη στην Πατρίδα…». 

Και… στην πλάτη μου ακουμπισμένα χέρια αλλοδαπών.

Που τους έκανε κι αυτούς η Πατρίδα μου, μαζί με μένα, Έλληνες…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

07/03/2014

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΕΝΟΣ ΟΡΦΑΝΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Σ’ όλη τη διαδρομή, για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, η διαδικασία σε αστυνομικό τμήμα, για την έκδοση της ταυτότητας - μέχρι χθες ήταν πανεύκολη.

Μέσα σε λίγη ώρα, έλυνες το πρόβλημα. 

Χαλάρωνες από το πολυετή άγχος και πήγαινες σπίτι σου.

Τώρα είναι χρονοβόρα κι αυτή. 

Φάρδυνε, βάθυνε περισσότερο το χαντάκι. Έγινε σχεδόν απροσπέραστο.

Κι ούτε υπάρχει καν άλλο μονοπάτι.

Αν μ’ ένα «πήγαινε» έλυνες το πρόβλημα. Τώρα θα χρειαστούν δύο, ίσως και τρία…

Αντί ενός ή και δύο επισήμων εγγράφων, θα έχεις πια ολοκληρωμένο φάκελο από δικαιολογητικά στα χέρια σου.

Βασικά περνάς πάλι σε κόσκινο...ψιλό. 

Στο δεύτερο σημείο των δικαιολογητικών, που υποχρεώνεσαι να παρουσιάσεις στην αστυνομία, μ’ έντονα μαύρα γράμματα διαβάζεις:

«Η Υπηρεσία μας προβαίνει σε υποχρεωτική αυτεπάγγελτη αναζήτηση, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου και δεν γίνεται δεκτό κανένα πιστοποιητικό που προέρχεται από τα Κ.Ε.Π. ή το Δήμο».

Νάτο ξανά το καρτέρι! Το στενό μαρκάρισμα…!

Για να χαλαρώσω, πάω σε φίλο στενό να εξομολογηθώ. Να πω τον πόνο μου.
Αλλού πού να τον πω;!

Στο βουνό; Δεν μ’ ακούει!

Όσα, λοιπόν, με ακρίβεια περιγράφω παρακάτω, είναι θέση σκεπτικού, ανήσυχού μας ανθρώπου:

«Βάζεις, φίλε μου, πρώτα στο κείμενό σου τον τίτλο: «Το παράπονο ενός ορφανού παιδιού». Κι έπειτα αναπτύσσεις το θέμα. Σημειώνεις: Κατάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με αίτηση πολιτογράφησης αλλοδαπού.

Τι είναι αυτή η λογική;! Πώς να τη χωνέψεις! 

Ο χαρακτηρισμός «αλλοδαπός» και «αίτηση πολιτογράφησης», είναι δύο απαράδεκτες έννοιες και πράξεις.  

Η απογραφή του πληθυσμού από τους Τούρκους κατακτητές, κατά την περίοδο 1431 - 1520, λέει ξεκάθαρα την ελληνικότητα του πληθυσμού των χωριών μας στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Σε συνέχεια, γεωγράφοι και ιστοριογράφοι, τον 17ο - 18ο - 19ο…αιώνα, τα ίδια ξανά περιγράφουν. Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, το ίδιο μας βρήκαν. Οι κυβερνήσεις του Ζώγκου και το δικτατορικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζια, μας αναγνώριζαν σαν Έλληνες…

Ερχόμαστε εδώ στην Ελλάδα, την Πατρίδα μας κι η μάνα μας αγνοεί. Δεν μας αναγνωρίζει για παιδιά της;!

Κοίτα τι αντίθεση!».

Πρόσφατα έγινε μιαν κίνηση συγνώμης. Στην διαδικασία για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας αποφασίστηκε να μην εντάσσεται πια σε ορκωμοσία ο βορειοηπειρώτης. 

Αργά, αλλά… τουλάχιστον το αντιλήφθηκαν οι Ελλαδίτες πολιτικοί το λάθος. Κι αποφεύχθηκε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το διπλό βάφτισμα.

Μακάρι, σε συνέχεια, να αποφευχθούν κι άλλα μεγάλα, βαριά λάθη. Που μας μαχαιρώνουν! Μας σπρώχνουν στο γκρεμό!

Μακάρι!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
09/05/2014 

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΓΑ


Τέσσερα τα έργα, μία και μοναδική η ιδέα που τα διαπερνά.

Η ανάδειξη - η προβολή των αξιών του τόπου μας.

Μα και ο προβληματισμός του.

Οι ανησυχίες και οι προσδοκίες των ανθρώπων μας.  

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

(Στιγμιότυπο)

Τον συναντάς και τώρα, περίπου στα 80 του,

να διασχίζει ένα στενό σοκάκι, να σταματάει μπροστά σε μια εξώπορτα με σκαλιστή πέτρα, στον Κάτω Μαχαλά,

να την ανοίγει αθόρυβα και να μπαίνει μέσα.

Δίνει ειδικά μαθήματα σ’ έναν μαθητή.

Ο Γιάννης Ζιακός, φαντάζομαι είναι ο αντάξιος εκπρόσωπος όλων εκείνων των  εκπαιδευτικών μου - της παλιάς στρατιάς - που με πήραν από το χέρι και με συνόδεψαν στον όμορφο, ανηφορικό δρόμο της μάθησης.

Δάσκαλοι, οι οποίοι, βασικά, μου δίδαξαν με περίσσια υπομονή την υπομονή.

Το άλφα και το ωμέγα του αλφάβητου. Συνάμα κι όλης της ταραγμένης μου ζωής.

Σ’ όλους αυτούς, και τους ευχαριστώ, χρωστάω αυτό που είμαι.

Θυμάμαι ένα περιστατικό.

Σας το αφηγούμαι ατόφιο, ακριβώς όπως συνέβη:

…Εκείνο το απόγευμα, σύσσωμη όλη η τρίτη τάξη Δημοτικού, πετάξαμε τις τσάντες σε μια άκρη του γηπέδου και μπήκαμε ως το νύχτωμα στο πολύωρο παιχνίδι.

Η μέρα αν ήταν διπλή, εκεί θα παραμέναμε.

Θα φυτρώναμε στο γήπεδο…

Λιώμα από την κούραση - ορισμένοι, δεν το αμφισβητώ, το βράδυ πλάγιασαν στο κρεβάτι άπλυτοι και νηστικοί - την επόμενη τι μάθημα να κάναμε…(;!)

Αφού δεν έπιασε βιβλίο στο χέρι κανείς…

Σήκωσε με τη σειρά αρκετούς μαθητές ο δάσκαλος στο μάθημα, αλλά κανένας δεν του απάντησε.

Όταν βρήκε απροετοίμαστο ακόμα και τον αριστούχο μαθητή - που τον θεωρούσε τέλειο καθρέφτη του δάσκαλου, του εαυτού του, τότε του την έδωσε.

Ενώ πήρε όλη την ενοχή πάνω του, αφού δεν ήξερε τι ακριβώς είχε προηγηθεί, άρχισε να τραβάει δυνατά τα σγουρά, πυκνά μαλλιά του και να λέει φωναχτά:

«Τι ήταν αυτό που έπαθα! Δεν μου είχε ξανασυμβεί ποτέ άλλοτε στη ζωή μου…! Χθες να μην μπορέσω να σας παραδώσω καλά το μάθημα…!».

Μιλάμε για ευθύνη, για πάθος, για μεράκι, για ευαισθησία πρώην δάσκαλου…!

Για συνείδηση...

Συνείδηση από τη μια μεριά, ταχτικός έλεγχος, από την άλλη, ήταν το πακέτο που έσπρωχνε την παιδεία μπρος...

Σήμερα, σε καιρό δημοκρατίας, ούτε ατομική ευθύνη υπάρχει, ούτε τακτικός έλεγχος γίνεται.

Ελάχιστοι είναι οι παλιοί δάσκαλοι, που κρατούν ακόμα ζωντανή την παιδεία.

Αν βγουν στη σύνταξη κι αυτοί, τότε θα την πάρει εντελώς το ποτάμι.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
20/08/2014

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΨΥΧΗ

Από την άκρη του κόσμου, κάθε καλοκαίρι η Αντωνέτα Βαρσάμη, έρχεται στην Καλογοραντζή.

Και ξαναφεύγει.

Σαν ταξιδιάρικο πουλί…

Διασχίζει μεγάλες αποστάσεις. Ολόκληρο Ατλαντικό Ωκεανό.

Η Νέα Υόρκη και η Καλογοραντζή γι’ αυτή είναι πολύ κοντά.

Σαν εδώ κι αυτού.

Την τρώνε τα «χέρια» για δουλειά… Δουλεύει εθελοντικά, σαν να την έχεις βάλει στην πρίζα.

…Ενώ…, θα μπορούσε κάλλιστα να την αράξει στο καινούργιο της σπίτι στο χωριό, δεν μπορεί..

Σου λέει: «Τον εθελοντισμό, όπως και πολλά άλλα θετικά, τον διδάχτηκα στην Αμερική».  

Μα…, ο εθελοντισμός της βασικά, πιστεύω, έχει την αφετηρία στην μεγάλη της καρδιά.

Στο παρατημένο σχολείο - στο οποίο μετέτρεψε ένα χώρο σε φροντιστήριο - μαζί με τη συνεργάτισσά της, Βαλεντίνα Σούτζιου, μαθαίνουν στα παιδιά αγγλικά, παραδοσιακά τραγούδια, χορούς του τόπου, κέντημα, μαγειρική, επιτραπέζια παιχνίδια…

Κάθε χρόνο ετοιμάζει  και δίνει μια παράσταση. Προσφέρει στους εναπομείναντες χαρά.

Πρωτοτυπεί σε μια πολύ δύσκολη εποχή.

Στη φετινή παράσταση, με σκηνή πάνω στο δάπεδο του νέου γηπέδου καλαθοσφαίρισης…, ακόμα και τα λαθάκια - ένα ελαφρύ κόμπιασμα σ’ απαγγελία, μια σύγχυση στο ξεκίνημα ενός δύσκολου τραγουδιού - δεν ήταν λάθη.

Είχαν το γούστο τους κι αυτά.

Έμειναν οι απαλάμες μας στο χειροκρότημα, η ψυχή μας μ’ ανοιγμένα φτερά, τα χείλη μας να συνοδεύουν τα τραγούδια αδιάκοπα…

Με το πρόγραμμά τους τα παιδιά, πέρασαν, με τον αθώο, αγνό τους τρόπο, μέσα στις ψυχές μας, θετικά μηνύματα.

Μας άλλαξαν τη διάθεση… Μας γέμισαν αισιοδοξία.

Ο κάθε γοραντζινός, μετά τη λήξη της υπέροχης παράστασης - είπε και το εννοούσε:

-Είχα γιορτή «σπίτι» μου.

Τα περισσότερα παιδιά ήρθαν από το εξωτερικό.

Παράτησαν τις διακοπές στις μυθικές παραλίες, στα εξοχικά κι ήρθαν με πολύ κέφι στις «πέτρες» της Καλογοραντζής.

Να στριμωχτούν στη ζεστή ανοιχτή αγκαλιά της γιαγια - Κασσιανής, να προσκυνήσουν στην Παναγιά, να τραγουδήσουν στο καφενείο του χωριού μαζί με τους παππούδες το «ασημένια μου αλυσίδα», να επισκεφτούν τη Σκοτεινή, ν’ αφουγκραστούν την υπέροχη αφήγηση, του Μηνά Λέκκα…, ν’ αρπάξουν από το χέρι το μικρόφωνο του Τάκη Κόλια και να τραγουδήσουν μαζί του…

Ο απερίγραπτος δυναμισμός της, το σφρίγος και ο ενθουσιασμός για θετικό αποτέλεσμα, το μεγάλο πάθος και η προσδοκία της..., σε κάνουν να τη θαυμάζεις…

Σου λέει - με χειροπιαστό έργο - πώς μπορείς να παλέψεις, να ελπίσεις, να νικήσεις… Πώς ν’ αλλάξεις τον εαυτό σου, το διπλανό σου, τον τόπο σου.

Ενώ βλέπει τον τόπο της να χάνει την προοπτική - να έχει ζαλιστεί κυριολεκτικά - αυτή του δίνει ανάσες ζωής - για να μην σωριαστεί.

Να μην εγκαταλειφθεί. Να μην εξαφανισθεί.

Προσπαθεί να του κρατήσει τη ρίζα ζωντανή. Τα ήθη κι έθιμα… Να μην χαθούν, όπως λέει ο λαϊκός ποιητής, Κώτσιος Σούτζιος: «…τραγούδια και ζακόνια…»

Προτέρημα της δουλειάς της: Ν’ αγαπήσουν τα παιδιά το χωριό, να γνωρίσουν τις ρίζες τους, την καταγωγή τους. Να δημιουργήσουν φιλίες τα ντόπια με τα ερχόμενα παιδιά.

Για να πετύχει το στόχο η Αντωνέτα δεν το έχει καθόλου εύκολο. Αναγκάζεται να γκρεμίσει τοίχους, να ξεπεράσει, το 'να μετά τ' άλλο, εμπόδια πολλά...

Πολλοί τη συμβουλεύουν να κάνει πίσω. Αλλά αυτή κάνει μόνο μπρος.

Με το έργο που κάνει, η Αντωνέτα Βαρσάμη είναι ο «πρόεδρος» του χωριού, ο «έπαρχος» της Κάτω Δρόπολης, ο «βουλευτής»…της περιοχής…

Έτσι, τουλάχιστον, νομίζω εγώ.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

16/08/2014

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

ΑΥΤΑ ΤΑ «ΕΡΓΑ» ΜΑΣ ΜΑΡΑΝΑΝ…!

Άλλοι «μαστόροι» μπαίνουν, άλλοι βγαίνουν στη Δερβιτσιάνη. Τις μέρες, τουλάχιστον, που είμαι εγώ εδώ.

Επισκευάζουν τηλεοράσεις, ψυγεία, πλυντήρια του κακόμοιρου κόσμου…

Πολλοί συγχωριανοί φορτώνουν σε αυτοκίνητο τις ηλεκτρικές συσκευές, που καίγονται συνέχεια από τη χαμηλή τάση ρεύματος και τις μεταφέρουν στην πόλη…

Το ηλεκτρικό 2 - 3 - 5 φορές την ημέρα φεύγει…και περιμένεις, περιμένεις… να ‘ρθει…

Χάλι μεγάλο. Αγιάτρευτη πληγή.

Τραβάει αυτή η κατάσταση 24 χρόνια τώρα. Κι ένοχος είναι ο κανείς.

Το κεφαλοχώρι, δεν έχει ούτε πόσιμο νερό.

Διψάει το 2014… το ίδιο σαν τον παλιό καιρό…

Πηγαίνει με τα πλαστικά μπουκάλια ο κόσμος να πάρει νερό σε άλλα χωριά, σε άλλες πηγές…

...Κι έφτιαξε το επαρχείο στο χωριό, τεράστια εξέδρα για χορό και για προβολή των «αξιόλογων» προσώπων, για τη μεγάλη Αυγουστιάτικη γιορτή…

Έχουμε προέδρους χωριών, έπαρχους, βουλευτές… Όλοι κάθονται και αγναντεύουν… 

Είναι απλοί θεατές της άθλιας κατάστασης.

Πιάνουν θέσεις, μόνο για τις απολαβές… Καθόλου για δουλειά… 

Για έρμη ευθύνη.

Να είναι καλά τα σιντριβάνια, οι πεζοπορίες, τα γήπεδα, οι εξέδρες, οι χοροί και δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να σου πιάσει το μάτι τώρα τον Αύγουστο στον τόπο μας.

Καημένε κόσμε, που δεν αντιλαμβάνεσαι τι κακό σε βρίσκει κάθε τόσο με τα ανεύθυνα άτομα, τα ρεμάλια που βγάζεις στην κορυφή…!

Αυτά τα «έργα» μας μάραναν…!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

14/08/2014

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(Δοκίμιο)

Λίγα είναι τα ποιήματα του Κώτσιου Σούτζιου από την Καλογοραντζή. 

Δεκαπέντε όλα - όλα. Ούτε στίχος παραπάνω. 


Το καθένα γραμμένο με πολύ πάθος, με πολύ έμπνευση, όποτε τον έπιανε η κλάρα, η λόξα του ποιητή. 

Μόλις του έλειψε ο κόσμος, είδε ν’ αδειάζει το χωριό, άδειασε και η ψυχή του μπαρμπα - Κώτσιου.

Αγχώθηκε, μελαγχόλησε πολύ κι όλη την πίκρα της ψυχής του την έριξε στο χαρτί, σε στίχους:

Αχ, πώς αλλάξανε οι καιροί, πώς άλλαξαν τα χρόνια,
να ζουν γερόντια μοναχά, χωρίς παιδιά κι αγγόνια.

Να ξεριζώνονται χωριά, να κλείνουν τα σχολεία,
να κλαίνε οι δρόμοι για παιδιά, να κλαίνε τα θρανία!

Πώς ήρθαν τέτοιοι οι καιροί, πώς ήρθαν τέτοια χρόνια,
να χάνονται σιγά - σιγά, τραγούδια και ζακόνια!

Έλαχε να πάμε σπίτι του. Τον βρήκαμε καθισμένο στη βεράντα, κάτω από την κληματαριά. Ήταν σκεφτικός. Βιάστηκε να μας πει ότι γράφει ποιήματα.

Μας απάγγειλε κιόλας λίγους στίχους. Έτσι όπως τους θυμούνταν:

Με πήρε ο πόνος κι ο καημός, να δω τη γειτονιά μου
κι ήρθα τη βρήκα έρημη, μου ράγισε η καρδιά μου.

Τη βρήκα μόνη κι ορφανή, μου θόλωσαν τα μάτια
και μια φωνή μου φώναξε: Πού πας, εδώ σταμάτα!

Σε τούτη εδώ τη γειτονιά, σε τούτη εδώ τη ρούγα,
εσύ εδώ μεγάλωσες, εδώ είπες τραγούδια.

Σαν νέος στιχουργός στα βαθιά γηρατειά του, μου έριξε μια ντροπαλή ματιά, για να μετρήσει τον παλμό. Να δει τι τρέχει τάχα με την πένα του, τη φλέβα του. Με το συλλογισμό του…

Μόλις του εξέφρασα τον θαυμασμό μου, φτερούγισε από χαρά μικρού παιδιού.

Τόσο όμορφα ένιωσε…
 
Με «παρατάει» για λίγο, μπαίνει μέσα στην κρεβατοκάμαρά του και βγαίνει από κει μ’ ένα κασετόφωνο στο χέρι:

-Να το βάλω στην πρίζα ν’ ακούσουμε μαζί τα τραγούδια μου; - λέει.

-Αλίμονο - μπαρμπα - Κώτσιο! Θα χαρώ πολύ!

Ακούω  προσεκτικά την γοητευτική φωνή του, που κρύβει μέσα έντονο τοπικιστικό χρωματισμό:

Τι να ‘χουν τάχα τα βουνά, που γέμισαν σκοτάδι,
στα κυπαρίσσια οι κορφές, γιατί λυγίσαν τάχα;!

Οι πέρδικες και τα πουλιά, γιατί δεν ροβολάνε,
στα σιάδια για να παίξουνε, στις βρύσες να λουστούνε;!

Τι να ‘ναι τούτη η καταχνιά, που τα σκεπάζει όλα,
βουνά και κάμπους και χωριά και όλα τα ποτάμια…;!

Γραμμένα τα ποιήματα όπως κι όπου του 'ρχονταν η έμπνευση. Σε πακέτο τσιγάρων, σε κομματάκια χαρτί…, που κρατούσε συχνά κάτω απ’ το μαξιλάρι του.

Όλα μιλάν για εγκατάλειψη, για έναν τόπο που χάνεται, που πεθαίνει. Μα... κάπου συναντάς και την έκκληση για επαναπατρισμό, «…παρόλο που ο μπαρμπα - Κώτσιος το ‘ξερε καλά ότι…, άμα ξεριζωθείς από τον τόπο σου, δύσκολα ξαναγυρίζεις...

Το ‘χε μάθει το σκληρό αυτό μάθημα από την πρώτη ξενιτιά». 

Μου αρέσουν οι στίχοι του. Μου μοιάζουν με όμορφα τριαντάφυλλα που μοσχομυρίζουν...

Του είπα, τότε, να συγκεντρώσει τους στίχους του, να τους κάνει ποιητική συλλογή. 

Τον είδα που τ' άρεσε η συμβουλή.

Όμως, δεν πρόλαβε ο μπαρμπα - Κώτσιος, γιατί έφυγε…
 
Αργότερα ο γιος του, ο Θανάσης, μάζεψε όλα τα ποιήματα κι έφτιαξε μ’ αυτά ανθοδέσμη. Την έδεσε κιόλας με όμορφη κορδέλα - περιδέραιο:

«Πώς αλλάξαν οι καιροί».


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

12/08/2014

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ Ο ΚΑΤΑΚΑΗΜΕΝΟΣ ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ

(Ένα σεμνό κείμενο για την ποιητική συλλογή "101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο").

Χώρεσαν μπόλικη ζωή τα 101 ποιήματα. Οι 109 σελίδες της ποιητικής συλλογής του Ανδρέα Ζαρμπαλά.

Απλή η γλώσσα. Όλες οι λέξεις κατανοητές. Για να μπει εύκολα στο νόημα της ποίησης ο κάθε αναγνώστης. 

Να αισθανθεί, να επηρεαστεί, να διδαχτεί...

Όμως, φιλοσοφημένος ο στίχος. Να κοντοστέκεσαι λιγάκι - λογικό είναι - για να προσέξεις τι θέλει να πει ο ποιητής.

Φιλοσοφεί, όσο αντέχει η ποίηση.

Το όμορφο, που σου αποτυπώνεται στο νου και δεν το ξεχνάς με τίποτε, στο προσφέρει με επιλεγμένες λογοτεχνικές εικόνες.

Όσα σου λέει ο  ποιητής είναι υπαρκτά, χειροπιαστά. Είναι ο τόπος μας.

Με τα βουνά, τους κάμπους, τα ποτάμια, τα παιδιά, τα άλογα... Τις νύχτες, τον πόνο, την πίκρα. Τους παππούδες, τους πατεράδες, τις ελιές…

«Οι ελιές μας δεν είναι δέντρα. Όταν φεύγουμε/ κι όταν γυρίζουμε/ περνάμε ανάμεσα στους παππούδες. Ακούμε να λένε/ την ιστορία του Φράγκου/ πώς έβαλε - λέει - πάνω στο κούτσουρο την πατρίδα σα χασάπης/ ύστερα σήκωσε το τσεκούρι και μας έκοψε…»

Γράφει λίγη και καλή ποίηση, για να μείνει. Να πιάσει τόπο. Να στερεωθεί γερά. Να μπει στο ράφι της γνώσης.

Ο τόπος και οι άνθρωποι στη συλλογή, είναι τα δύο στοιχεία σε ένα.

Διαβάζοντας τους στίχους του Ζαρμπαλά, βλέπεις κατάματα την αλήθεια. Τίποτε δεν είναι ψεύτικο. Διαπιστώνεις σε αυτή λάμψη, ρυθμό... 

Βάθος ωκεανού, φάρδος ατέλειωτου κάμπου…

…Μιλάει ο ποιητής για χωριά που αντιστάθηκαν, για ανθρώπους που παλεύουν, για μια γλώσσα που επιμένει… «Μη τυχών φυσήξουνε άνεμοι και πάρουν τη γλώσσα μας». Για τον καημό, τη θάλασσα, τα όνειρα… Για τον κάμπο μας «Μέσα στην μέση ο κάμπος μας - ένας σουφράς μεγάλος,/ και τα χωριά μας νηστικά, κοιτάνε το ‘να τ’ άλλο».

Καταγράφει ποιητικά ο Ζαρμπαλάς όλα αυτά που τραβήξαμε στο πετσί στο πρώην σύστημα. Που είχαν μέσα μια θάλασσα πίκρα.

Αν σου διάβαζαν τότε, ακόμα και τη σκέψη, θα σε σπάραζαν, θα σε σάπιζαν μέσα σε σκοτεινό κελί. 
Τα έθαψε τα ποιήματα, για να γλιτώσουν. Για να ‘ρθουν στις μέρες μας ατόφια.

Τι να ‘ναι αυτός ο άνεμος, που το ‘βαλε να ξεριζώσει τον τόπο μας;! 

Λέει ο ποιητής: «Με χτυπάει κι εμένα (ο άνεμος)/ που χρόνια τώρα έβαλα την πλάτη μου/ και κρατώ τον τόπο να μην πέσει./ Αδέρφια, πού είστε; Μούδιασε ο πλάτης μου. Δεν είμαι Τιτάνας./ Πάει να μας σπάσει σα κλαριά τούτος ο άνεμος. Το νου σας!».

Ότι είμαστε αυτόχθων λαός το 'πε σταράτα. Κι ότι δεν έχουμε πατρίδα. Το ΄ξερε πριν γεννηθεί. Όλα τα είδε να είναι βρώμικα σε αυτόν τον τόπο. Και την ιστορία ψεύτικη. Τους ανύπαρκτους ήρωες και τα καμώματά τους. Που δεν τους δέχτηκε με τίποτε η ψυχή μας.

Μας συγκρίνει με ξεριζωμένο δέντρο μ’ όλες τις ρίζες έξω, γιατί λίγο χώμα δεν υπάρχει γύρω του. Και καταλήγει:  «Είμαστε ξεριζωμένοι στο χώμα μας».

Κατάμεστη η συλλογή από φθινοπωρινά κίτρινα φύλλα, μουντά τοπία, μελαγχολικές μελωδίες. Και ο καταδότης μέσα αυτού, που ήταν ο φίλος, ο γείτονας, ο συγχωριανός…ακόμα κι ο αδελφός σου. Κι όλοι μας έχουμε καλά σφραγισμένες τις πόρτες. Κλειστό το στόμα. Είμαστε τάφος.

Όχι λίγες φορές, μέσα στις σελίδες της συλλογής γίνεται λόγος για το ’12, που μας κόστισε. Είναι ένα ρεφρέν τεραστίου κόστους. Παλιό και νέο μεγάλο λάθος. Που το κουβαλάμε ζωντανοί και πεθαμένοι στις πλάτες μας. Για το ’12, που μας άφησε έξω από την αγκαλιά της μάνας. Έξω από το νου της.

Το ποίημα «Είμαστε κι εμείς», αναμφισβήτητα είναι ο ύμνος της μικρής πατρίδας μας. «…Είναι πικρή η ζωή εδώ./Κι ο θάνατος ακόμα πιο πικρός. Πάντως να ξέρετε/ δεν μένουμε έξω από την πόρτα του κόσμου/ να ζητιανέψουμε λίγη πατρίδα….»

Σε όλα τα ποιήματα συναντάς σε αφθονία την ειλικρίνεια και την τόλμη του ταλαντούχου ποιητή, Ανδρέα Ζαρμπαλά.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

15/01/2014

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

ΤΙ ΣΕ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ…(;!)

Έχω μια λόξα, που… ίσως να αγγίζει την τρέλα!

Φωτογραφίζω, χρόνια τώρα στη σειρά, τα συνθήματα στους τοίχους της Αθήνας.

Όποιο μου βγει μπροστά.

Ανεξαρτήτως περιεχομένου, τρόπου γραφής, χρώματος, επιφάνειας, χώρου...

Δεν κάνω καμιά διάκριση.

Γράφω, συνήθως, κάτω από το κάθε φωτογραφισμένο σύνθημα, ένα μικρό σχόλιο.

Σύντομο.

Φυσικά, με κάποια λογική.

Σας παρουσιάζω μερικά συνθήματα:

«Κοινωνική εξέγερση - η μόνη λύση», «Ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες», «Το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης», «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι», «Νοιάσου για την τάξη σου, όχι για την πάρτη σου!» «Πάρτε πίσω τα κλεμμένα!»…

Ανεβαίνει περισσότερο ο θυμός, ο σφυγμός, η αγανάκτηση των γραφιάδων στα παρακάτω συνθήματα:

«Οι ιδέες δεν σκοτώνονται με σφαίρες», «Αλήτες, λέρες, αλητοπατέρες», «Το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει», «Φτωχοί στα όπλα!», «Λαέ στα όπλα!»…

Γραμμένα συνθήματα στα πεταχτά… Υπό την πίεση του φόβου και του τρόμου. Μην τους δει μάτι αστυνομικού και βρουν το μπελά τους...

Ενώ βάζω κάτω τα συνθήματα - με ταξικό, συστημικό, κοινωνικό, πολιτικό... περιεχόμενο και τα περιεργάζομαι, σκέπτομαι βαθιά και μονολογώ:

Τι διάολο τρόπος έκφρασης είναι αυτός;!

Τι επιλογή τάχα;!   

Να κάθεσαι και να γράφεις με μαρκαδόρο, με σπρέι... τη σκέψη σου πάνω σε ντουβάρι! Τη διαμαρτυρία σου πάνω σε αρχαία μάρμαρα…!

Να εκτονώνεις το θυμό σου καταστρέφοντας πολύτιμα έργα τέχνης…!

Επειδή δεν σου αρέσει το σύστημα, να τα βάζεις με τ' άγαλμα του Παλαμά!

Ρίχνοντας χρώματα πάνω του, σπόντας με σφυρί τη μύτη του…

Όταν υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι... να εκφραστείς…(;!)

Αυτό τον «σύγχρονο» τρόπο - μόδα πια - δεν μπορώ να τον αντιληφθώ…

Τον αποκαλώ ανεπιφύλακτα βανδαλισμό, βαρβαρότητα, τραμπουκισμό...


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
08/08/2014 

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

«ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΜΕ ΒΡΙΖΕΙΣ,/ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΣΟΥ…»

(Μίνι συνέντευξη με την υπέροχη μάνα μου).

Η γριά μάνα μου περιπατάει στον αυλόγυρο του σπιτιού από το πρωί, σκουπίζει και σιγοτραγουδάει. 

Ξέρει τραγούδια πολλά.

Ένα αφήνει, άλλο πιάνει.

Τα περισσότερα τραγούδια είναι ερωτικά:

«Ως πότε αχ, ως πότε βαχ,
ως πότε Κασαβέτι,
ως πότε θα με τυραννάς,
για το δικό σου ντέρτι…»

…Ξεχνάει τη συνέχεια… και ρίχνει τη χαριτωμένη σπόντα:

«Η δόλια, τα ‘χασα καντάρια…Πίκα λέγω, που τραγουδάμε ως τα γεράματα. Να μας κόψει τις ώρες…, δεν θα μας τις κόψει…;!».

Και προχωράει προς το  μαγειρείο να φροντίσει το τηγάνι με τις κουφιστές τηγανίτες…

- Συνέχεια τραγουδάς; - της λέω.

- Δεν τραγουδάει μόνο από καλό. Κι απ’ το κακό του τραγουδάει πολλές φορές ο άνθρωπος.

Σήμερα το έμαθα κι αυτό. Ότι ο άνθρωπος, δεν τραγουδάει μόνο από καλό.

Μου άνοιξε την όρεξη να της απευθύνω κι άλλα ερωτήματα:

- Γλυκιά μου μάνα, τι είναι ο κόσμος, πώς τον κρίνεις:

- …Είναι για να μην ρημάξει ο τόπος, γιε μου. Να κατοικηθεί η γης. Είναι κακός ο κόσμος. Είναι ο πάτος του καζανιού.

Πώς να τον σεβαστεί κανείς, αφού αυτός δεν σέβεται τον εαυτό του…;!

 - Μα η παντρειά τι είναι; Μου εξηγείς;

- Ένα δεμένο σακί, που το λύνεις, βουτάς το χέρι βαθιά και παίρνεις…, ότι σου τύχει. - Ποτέ δεν ξέρεις τι παίρνεις - Στη ζωή, μετά, κρατάει ενωμένο το ζευγάρι η υπομονή…

…Και απομακρύνεται... 

Πάει να περάσει μια σκούπα στο δωμάτιο της. Με το τραγούδι στο στόμα:

«Τι σου κάνω και με βρίζεις,
και το λες της μάνας σου,
το βασιλικό γυρεύω,
για την ομορφάδα σου…»


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
07/08/2014


Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

ΑΠΕΝΑΝΤΙ

(Ρίχνω μια ιδέα)

Ένα κόμμα ιδρύεται από πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένο στόχο και καλή διάθεση. Όμως, στην πορεία, καπιστρώνεται.

Το καπηλεύονται ορισμένοι, που παλεύουν να πετύχουν προσωπικά.  

Όλα περιστρέφονται γύρω από τα προσωπικά συμφέροντα και χρεώνονται στην δόλια Πατρίδα,
              στη Σημαία,
                                    στο Έθνος…

Καταφέρνουν, με πρόσχημα τ’ αριστερό και δεξιό «ιδεολογικό» πιστεύω, τη διάσπασή του κοσμάκη.

Χωρίζουν σκοπίμως τον κόσμο, που έχει σχεδόν ίδια βασικά ιδανικά, σε αντίπαλα στρατόπεδα.

Με πρώτιστο σκοπό: την αλληλοεξόντωση. 

Οι πατριδοκάπηλοι βουτάν την Πατρίδα από το λαιμό, τη βάζουν μπροστά, σαν ασπίδα, παίρνουν στα χέρια την Εθνική σημαία  και την ανεμίζουν δυνατά.

Για να πείσουν ότι  αγωνίζονται για τα «εθνικά ιδεώδη».

Για όλους μας.

Αποδείχτηκε - χειροπιαστά - ότι, κόμμα που κυβερνά, κάνει το αντίθετο.

Προσφέρει ότι επιθυμούν μόνο στους «πρωταγωνιστές» του, στο ταράφι τους.

Τη μεγάλη στρατιά, την τρέφει μόνο ελπίδα.

Στην Ελλάδα τα κόμματα εξουσίας - ΠΑΣΟΚ και ΝΔ - έκαναν εθνικό έγκλημα. Οικοδόμησαν, από κοινού, τον ουρανοξύστη του ελληνικού χρέους.

Τα δύο μαζί - να μην είμαστε παιδιά της λησμονιάς, να μην ξεχνάμε εύκολα - είναι και οι νεκροθάφτες μας.

Ελιά, όλο πίκρα και χωρίς κουκούτσι, Ποτάμι, που να μας πάρει, Γέφυρα - πασαρέλα που ταρακουνιέται… Καμένος, Καμίνης, που καίνε πατώκορφα την Πατρίδα τους, Πικραμένος, Βαρεμένος, Σαμαράς, Πεταλωτής…,  ξετσίπωτος Τσίπρας, κόκκινα κομμούνια του παρελθόντος  και του μέλλοντος…

Τίποτε δεν μας εκπροσωπεί πολιτικά σ’ ετούτον τόπο σαν Βορειοηπειρώτες.

Καλύτερα να μείνουμε μόνοι μας. Να καθίσουμε απέναντί τους. Να αγωνιστούμε, να διεκδικήσουμε, να ελπίσουμε…

Να σωθούμε.

Μαζί τους, μέσα τους, θα αφομοιωθούμε.

Θα χαθούμε.

Είναι το μόνο σίγουρο.



Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

06/08/2014













  



ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΝΤΡΙ…

(Αυτή είναι λεβεντιά…)

Μέσα στην γενική απογοήτευση, που επικρατεί χρόνια τώρα στον τόπο μας, ακούς σποραδικά και καμιά θετική  πρωτοβουλία.

Γίνεται - ευτυχώς - και καμιά ενθαρρυντική πράξη. 

Ο Σωτήρης ο Ράφτης, μόλις πήρε τη σύνταξη στην Αθήνα, επέστρεψε στον τόπο του κι έβαλε το Ζερβάτι στο ρεβάνι.

Ενοικίασε αρκετούς αγρούς και τους έσπειρε με στάρι και μηδική.

Κι ας ξέρει καλά - χωριάτης είναι - ότι η γεωργία είναι χωρίς σκεπή.

Είναι ρίσκο, είναι λαχείο.

Σπέρνεις κι ίσως να μην πάρεις ούτε το σπόρο.

Να αποτύχεις παταγωδώς…

Ο Σωτήρης το αποφάσισε και το έκανε.
 
…Τώρα παλεύει με τα σπαρτά, αλλά διατρέφει κι αγελαδικά για γάλα και κρέας. Επιχειρεί να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια…

Κατέβηκε να δουλέψει στο χωριό του για τον εαυτό του. Αλλά…, συνάμα να χαλάσει και τα σχέδια ορισμένων, που αλωνίζουν ανενόχλητοι στα χωράφια μας.

Ενοικίασε με περισσότερα λεφτά τη γη. Με στόχο, να παραγκωνίσει τον Καντρί.

Σου λέει περήφανα, χτενίζοντας με τ’ αργασμένα δάχτυλα το γκριζωπό μουστάκι του: «Στον τόπο μας,…, δεν υπάρχει λόγος να μας εκμεταλλεύεται τη γη ο κάθε Καντρί…»
 
Προσπαθούν με κάθε ύπουλο τρόπο - δικοί μας συμφεροντολόγοι και αλλοεθνείς - να πάρουν του κάθε Σωτήρη το φρούριο από μέσα.

(Σε κανέναν πόλεμο το φρούριο δεν πάρθηκε απ’ έξω).

Αλλά… ο Σωτήρης δίνει μάχη, αντιστέκεται λεβέντικα, παλικαρίσια…

Με απώτερο στόχο τη νίκη.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

06/01/2014

(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο)

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

ΔΕΜΕΝΗ ΕΞΩΠΟΡΤΑ

Σήμερα τ’ απόγευμα γυρίζω από την πιάτσα του χωριού για το σπίτι και βρίσκω τη σιδερένια εξώπορτα κλειστή.

Η γριά μάνα μου δεν έχει ρίξει το κλειδί.

Την έχει δέσει προσωρινά - ψεύτικα - μόνο μ’ ένα κίτρινο ηλεκτρικό κοντό καλώδιο.

Μ’ αυτή την πράξη λέει σε οποιονδήποτε επισκέπτη: 

«Είμαι κάπου ‘δω γύρω κι επιστρέφω!».

- Την ψάχνω και τη βρίσκω να κάνει παρέα στη γειτονιά. Μόλις με βλέπει, σηκώνεται κι  έρχεται μαζί μου.

Της λέω, καθώς περπατάμε πλάι - πλάι στο σοκάκι για το σπίτι: «Καλή μου μάνα εξήγησε μου, τι είναι αυτό το κλείσιμο της εξώπορτας που κάνεις;». 

Γυρίζει και μου απαντάει καλοσυνάτα:

- Με νταμπάρο την εξώπορτα, μου μπαίνουν ευθεία στην αυλή. Κι αφού θα χτυπήσουν την αλουμινένια πόρτα και δεν θ’ ακουστεί λαλιά, θα με νομίσουν νεκρή...

Και τότε θα μου ξεχαρβαλιάσουνε τις πόρτες…

Διαρκώς μου μιλάει τόσο άνετα η γριά μάνα μου για το θάνατο… Σαν να μου μιλάει για τη ζωή.

Γιατί έχει κουραστεί πια…

Παρά πολύ…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
05/08/2014







Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

«ΘΑ ΠΑΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΘΩ»

(Ή λύνεις το πρόβλημα εγκαίρως ή δίνεις παραίτηση αδελφέ...)

Αγανακτισμένος από την άθλια, απάνθρωπη απόφαση της Κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου, για το κόψιμο του επιδόματος/σύνταξης του ΟΓΑ από τους υπερήλικες Βορειοηπειρώτες, ο ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΜΠΟΥΛΗΣ δελβινιώτης στην καταγωγή και κάτοικος στην Αθήνα, έβαλε τις φωνές.

Είπε, συγκεκριμένα, πώς θα αντιδράσει:

«Θα πάω μπροστά στη Βουλή και θα δεθώ. Έχω 20 αλυσίδες και 20 κλειδιά σπίτι μου. Όποιο παλικάρι μπορεί και θέλει, με ακολουθεί. Αλυσοδεμένος, θα πάω στον Κορυδαλλό, να φάω τη σούπα μου».

Δεν πρόλαβε όμως, να γίνει ο λόγος πράξη. Επειδή μεσολάβησαν άλλα γεγονότα. Κάπως ενθαρρυντικά, ελπιδοφόρα.

Όμως, ο ΣΠΥΡΟΣ, μετά από το μαχαίρωμα της σύνταξης, δεν πείθετε με τίποτα για την επαναφορά της.

Συγκρότησε μια ομάδα από ανήσυχα άτομα και πρόσφατα επισκέφτηκε το βουλευτή μας, ΠΥΡΡΟ ΔΗΜΑ στο γραφείο του.

Και του τα έψαλε: 

«Άκου ΠΥΡΡΟ! Όσο απλά κι αν προσπαθήσω να στα πω, σίγουρα θα σε πικράνω… 
Μας έκοψαν τη σύνταξη. Δεν έχουμε στη τσέπη ούτε ένα ευρώ, για τον καφέ. Τα παιδιά μας, τα αγγόνια μας, είναι στο δρόμο, χωρίς δουλειά, χωρίς ελπίδα.

Στην Αλβανία μας χαντάκωσαν, εδώ στην Ελλάδα, που ήρθαμε, ορισμένοι προσπαθούν να μας θάψουν…

Θέλουμε, για τα ζητήματά μας, να αποδειχτείς σαν νέος Σπυρομήλιος. Η Βόρειος Ήπειρος θυσιάστηκε για την Ελλάδα. Ας κάνει κι αυτή τώρα το ελάχιστο για μας τους βορειοηπειρώτες.

Σήκωσες τεράστια βάρη με τη δύναμη του μπράτσου, της ψυχής σου. Με το πείσμα σου. Σε βλέπαμε τότε και δακρύζαμε. Τώρα θέλουμε να σηκώσεις και το βάρος της ανησυχίας μας! Να βγεις μπροστά, να μας στηρίξεις!
 
Μου λέει φίλος μου Αλβανός: «Δούλεψες, θυσιάστηκες, ΣΠΥΡΟ, μια ζωή για την Ελλάδα, πήγες και φυλακή γι’ αυτή. Όμως κοίτα πώς σε χειρίζεται η Ελλάδα τώρα!».
 
Θανατηφόρο βόλι είναι ο λόγος του, που με σωριάζει… Δακρύζω μέσα μου απ’ την προσβολή…

Ή λύνεις το πρόβλημα εγκαίρως ή δίνεις παραίτηση αδελφέ…! Γιατί εμείς, οι πατεράδες σας χανόμαστε… Μαζί με μας κι εσείς…». 

Η ΕΙΔΗΣΗ:

Ο ΠΥΡΡΟΣ ΔΗΜΑΣ, στη σύντομη ομιλία του, διαβεβαίωσε το ΣΠΥΡΟ και όλη την ομάδα, ότι από νέα χρονιά η σύνταξη του ΟΓΑ θα επανέρθει στους δικαιούχους…κι ότι η πόρτα της καρδιάς του και του γραφείου του, θα είναι πάντα ανοιχτή…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

02/12/2013