Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

ΕΜΕΙΝΑ «ΦΤΩΧΟΣ» ΓΙΑ ΝΑ ΛΕΩ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Πήρα από φίλο μου - αμέσως μετά την πρόσφατη ανάρτηση - το εγκωμιαστικό αλλά… συνάμα και προκλητικό μήνυμα που ακολουθεί,:

«Ν’ αγιάσει η κοφτερή πένα σας! Να τη χαίρεστε!

Μην σταματάτε να γράφετε, γιατί ο κόσμος μας έχει ανάγκη από τέτοιου είδους κείμενα, που του διδάσκουν την τόλμη, την αλήθεια, την πίστη... 

Τη λεβεντιά!   

Πραγματικά σας θαυμάζω…!

Όμως, για το ψεσινό κείμενο που διάβασα, έχω τις επιφυλάξεις μου, τις αντιρρήσεις μου…

Είμαι της γνώμης ότι «Ο ΜΑΝΤΕΛΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ» δεν είναι μόνο ο Σταύρος Γκούτζος, αλλά κι άλλοι πολλοί φυλακισθέντες μας.

Στο πρώην δικτατορικό σύστημα όλοι τους - στα κάτεργα των φυλακών του Σπάτσι - υπέφεραν τα ίδια δεινά …»

Απαντάω, με πλήρης κατανόηση και σεβασμό, στον αγαπητό μου φίλο:

«Συμφωνώ απολύτως με την άποψή σας, όμως μάθετε ακριβώς τι συνέβηκε, πώς στέκουν τα πράγματα! 

Ποια είναι όλη η αλήθεια, όχι η μισή:

- Με το θάρρος την παλικαριά, την αντίσταση, την πρωτοφανή ανδρεία, τη θυσία μέσα στο κελί, ο Σταύρος Γκούτζος πρωτοστάτησε…

Διακρίθηκε.

Βγήκε πάνω απ’ όλους τους άλλους φυλακισθέντες.

Όλη η παρέα του μετά.., σιωπηλά τον δέχτηκε σαν το καμάρι της.

Για Αρχηγό της.  

Σχετικά με το «ελάττωμά» μου, να γράφω άφοβα, ατόφια την αλήθεια, διευκρινίζω:

-Τολμώ, γιατί προσωπικά, δεν περιμένω τίποτε κι από κανέναν καρχαρία της πολιτικής.  

Ανέχομαι το παράλογο - παράνομο βόλεμα και τις συναλλαγές.

Βασικά... την φτηνή εξαγορά ηλιθίων...

Δεν υποκύπτω σε τίποτε και με τίποτε ώστε… να μετατραπώ σ’ εξάρτημα, σε μοχλό, σε γρανάζι… έναντι πληρωμής, προβολής κι οφίκιων.   

Δεν ζητάω δουλειά - κομμάτι ψωμί, με την καλοπροαίρετη κριτική που ασκώ.

Σιχαίνομαι το γλείψιμο ορισμένων κοντυλοφόρων της πεντάρας, το απλωμένο χέρι, την εξάρτηση, την υποδούλωση…  

Θέλω να είμαι περήφανος. Και είμαι περήφανος. 

Θέλω την ελευθερία μου. Και είμαι ελεύθερος.

Τη ζωή μου την έχω ζαλώσει στην πλάτη μου. Την κουβαλάω, χρόνια τώρα, με τις ανεξάρτητες δυνάμεις μου.

Και την πάω όπου επιθυμώ…

Δεν χρωστάω τίποτε και σε κανέναν.

Μόνο μου χρωστάνε…

Έμεινα «φτωχός», για να λέω την αλήθεια. 

Για να μην γίνω υπηρέτης της ψευτιάς.

Κανενός.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

28/02/2015

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΜΑΝΤΕΛΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

(Μια πινελιά για μια ζωή αντίσταση…)

«Είδα το Σταύρο Γκούτζο δεμένον χειροπόδαρα στην πιο δύσκολη φυλακή.

Παρόλο που το Σταύρο, τον είχαν σταυρωμένο σαν το Χριστό, δεν τον λύγιζαν εύκολα.

Έβριζε ακατάπαυτα - κανονικά - το τυραννικό  καθεστώς.

Ξεκινούσε η διαμαρτυρία του για τις απαράδεκτες, άθλιες συνθήκες στα κελιά, για το μπαγιάτικο ψωμί, που τρώγαμε…

Και κατέληγε - με τα λίγα γράμματα και την απλή του λογική - στο αυτονομιακό δικαίωμα του τόπου του…

Όσο περισσότερο αντιστέκονταν ο κρατούμενος - αφού τον έπνιγε η αδικία - τόσο πιο  δυνατά έσφιγγαν οι αλυσίδες τη σάρκα του.

Απ’ τις ανοιγμένες πληγές στο σώμα του στάζαν συνέχεια αίματα.

Τέτοια θυσία, παλικαριά και τόλμη, δεν πιστεύω να δουν πια τα μάτια μου…

Ο Σταύρος, αναμφισβήτητα, στέκει πάνω απ’ όλους τους φυλακισθέντες εκείνης της καταραμένης εποχής…».

Αυτά από το Σενιτσιώτη, Σπύρο Τσαμπίρη.

Τον Πίπο, που έζησε μόνο λίγους μήνες τον Τσιάβο στα κάτεργα των χειρότερων φυλακών της Αλβανίας.

Στο Σπάτσι της απάνθρωπης, απόλυτης σκληρής δοκιμασίας.

Η ζωή του Τσιάβου ήταν στενά συνδεδεμένη με την εμμονή της δραπέτευσης.

Δοκίμασε μερικές φορές να φύγει από την κόλαση, να βγει από το τεράστιο κελί της απομόνωσης, που τον έπνιγε, όμως… μοιραία στάθηκε η κάθε προσπάθειά του.

Το χωριό του, η Δερβιτσάνη, μερόνυχτα, όταν τον καταδίωκαν οι αρχές - μέσα στο βαρύ χειμώνα -  μ’ αστυνομία, χαφιέδες και στρατό, ζούσε σε πανικό, σ’ απόλυτη πολιορκία.

Τον συλάμβαναν, τον τιμωρούσαν παραδειγματικά, αυτός ξανά το ίδιο βιολί…

Δεν άλλαζε γνώμη, δεν έκανε πίσω με τίποτε.

Κι ας του κόστιζε αδρά η αντίσταση - η «παράνομη» δράση - ας την πλήρωνε ακόμα και με τη ζωή του.

Δεν τον έμελλε.

Μετά από την τελευταία απόδραση από τις φυλακές του Σπάτσι, επειδή μέσα στα χιόνια και στα κρύα πάνω στο σύνορο, κινδύνεψε η ζωή του φίλου του, για να τον σώσει παραδόθηκε.

Τότε το Δικαστήριο, μ’ απόφαση «Στ’ όνομα του Λαού» τον τιμώρησε εις θανάτον.

Τον γλίτωσε στο παρά πέντε η αμνηστία του ’78. Η «χάρη», που δόθηκε αποκλειστικά, μ’ εντολή του δικτάτορα, μετά την επίσκεψή του στη Γράψη, σε Μειονοτικούς πολιτικούς κρατούμενους.

Την αλήθεια δεν την κρύβει ο Τσιάβος. Σου τη ρίχνει κατάμουτρα:

Το ’97, όταν υπηρέτησε ένα φεγγάρι στο Ελληνικό Προξενείο στ’ Αργυρόκαστρο και δολοφονήθηκε άδικα τότε ο Κολλάς, ντόμπρα ο Τσιάβος δήλωσε:

«Από μέσα φάγανε τον Κίτσιο…!

Αδελφικό ήταν το θανατηφόρο βόλι κι από κοντινή απόσταση…, μην ψάχνεστε…;!»
  
Το περίεργο όλης της ζωής του Σταύρου, το σφραγίζει καλύτερα, ασφαλώς με τον δικό του τρόπο, ο Νίκος, ο πεθερός του με την έκφραση:

«Όταν όλος ο κόσμος ήταν εδώ, ο Τσιάβος, βάζοντας το κεφάλι στον τορβά, ήθελε να φύγει.

Τώρα, που ο περισσότερος κόσμος έφυγε, ο Τσιάβος δεν το κουνάει από τον τόπο…»

- Δημοκρατία, ελευθερία… όπως παντού, έχομε και στην Βόρειο Ήπειρο - λέει ο Τσιάβος, ο Μαντέλα του τόπου μας. - Ποιος ο λόγος να την εγκαταλείψω τώρα…

… Και συνεχίζει, μαζί μ’ όλη την οικογένεια, τη δουλειά του:

Διατρέφει γελάδια, οργώνει με το τρακτέρ, σπέρνει τα χωράφια, κουβαλάει την παραγωγή…

Παλεύει, με νύχια και με δόντια, τη δύσκολη ζωή…!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

26/02/2015 

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΚΛΑΡΙΝΑ…!

(Αυτή είναι η «χοροεσπερίδα» των Βορειοηπειρωτών…»

Καλώς που διοργανώνουμε χοροεσπερίδες, ξεφαντώματα, φαγοπότια…

Δεν έχω καμιά αντίρρηση.

Μάλιστα τ’ αρέσω κι εγώ αφάνταστα.

Βασικά τα κλαρίνα.

Όταν τ’ ακούω γίνομαι άλλος άνθρωπος.

Νιώθω να μου ευφραίνεται η ψυχή.

Είναι θετικό να σμίγουμε μεταξύ μας: το χωριό, η περιοχή, η νεολαία…

Να διασκεδάζουμε πολιτισμένα από κοινού…

Αν θα ‘ταν παρόμοια η ανταπόκριση του κόσμου μας και στον κοινωνικό αγώνα, θα πετυχαίναμε έκδηλα αποτελέσματα.

Όμως, στο γενικό πλαίσιο, σαν Βορειοηπειρωτική Κοινότητα αποτυγχάνουμε παταγωδώς...

Εμείς που, ως Ευρωπαίοι πολίτες, έχουμε πλέον δικαίωμα διπλής ψήφου, σε δύο χώρες, σ’ Ελλάδα κι Αλβανία - μας μεταφέρουν με μισθωμένα λεωφορεία - το διπλό βόλι…, δεν το εκμεταλλευόμαστε σωστά, αξιοπρεπώς…

Γιατί είμαστε εντελώς ανεύθυνοι…

Σ’ όλη τη διάρκεια της 26χρονης περιόδου εκδημοκρατισμού, μ’ έντονα προβλήματα, με προκλήσεις και απρόοπτα - μέσα κι έξω από τον τόπο μας -  δεν μπορούμε να ενωθούμε.

Ν’ αντισταθούμε.

Να υψώσουμε ανάστημα, να δείξουμε πυγμή…

Με την αδράνεια, το ξεπούλημα, την εγκατάλειψη του τόπου μας, το πολιτικό ξεμυάλισμα…, η γενιά του χορού, του κλαρίνου είναι ένοχη.

Στην Ελλάδα, γίναμε φανατικοί οπαδοί της πολιτικής, των κομμάτων .

Στις συνομιλίες μας υπερέχει ο έντονος πολιτικός χρωματισμός.

Διατηρείται μόνο ελάχιστο ως καθόλου, λόγω αδράνειας, άρωμα Πατρίδας, που χάνεται, που συρρικνώνεται…

Οι πολιτικοί μας, στην μικρή μας Πατρίδα, έχουν χώρια τα τσανάκια τους.

Ο καθένας αλυχτάει από κει που τρέφεται.

Ποτέ δεν θα γίνουν μαζί.  

Αντί να τους είχε ενώσει προ καιρού η Πατρίδα, οι κοινές ανησυχίες, οι φθορές, τα καυτά ζωτικά προβλήματα, η επίλυση τους, για να ζούσαμε ομαλά, τους χωρίζουν τα ιδιοτελή συμφέροντα.

Κατάφεραν να μην μιλούν μεταξύ τους, δήθεν από πολιτικές διαφορές…

Λέει η μάνα μου:

«Εδώ δεν τα βρίσκεις κάτω από την ίδια σκεπή, μέσα στην οικογένεια, θα τα βρουν οι πολιτικοί μας….!».

Αυτή, δυστυχώς, είναι η «χοροεσπερίδα» μας…!

Είμαστε μόνο για τα κλαρίνα…!

Τι λέω;! Ίσως... ούτε και γι' αυτά!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
24/02/2015



















Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΜΥΛΟΠΕΤΡΑΣ

Είναι σκληρή η δουλειά του μυλοπετρά.

Μάλιστα κι αντί υγιεινή.

Η σκόνη του στελαριού (στουρναριού) καταστρέφει τους πνεύμονες…
 
Η διαδικασία να ρίξεις μυλόπετρα: για νερόμυλο, για ανεμόμυλο είτε για μύλο με μοτέρ, ξεκινάει με την επιλογή στο μαντέμι της ποιοτικής στουρναρόπετρας.

(Για να ‘ναι σκληρή, πρέπει να την εξάγεις από τα έγκατα της γης. Η μαζεμένη απ’ την επιφάνεια, γίνεται θρύψαλα.

Αφού την έχει κάψει ο ήλιος).  

Σε συνέχεια γίνεται το πελέκισμα της στουρναρόπετρας, με ειδικό τροχισμένο σφυρί.

Σε μορφή, ώστε τα πελεκισμένα κομματάκια στουρναριού, ν’ ακολουθούν τον χαραγμένο κύκλο σε ξύλινο μπάγκο.

Στο κέντρο του κύκλου διατηρείς το κενό (την τρύπα), που θα μπει ο κύλινδρος.

Οι πελεκισμένες στουρναρόπετρες τοποθετούνται μία - μία, με τη σειρά, σε στρογγυλή φόρμα και τσιμεντώνονται.

Αυτό το προτσές, στη γλώσσα του ειδικού, λέγετε «ρίξιμο μυλόπετρας».

Όταν στεγνώσει το μπετό, τραβιέται η φόρμα, σηκώνετε η μυλόπετρα. Τη γυρίζεις και της περνάς τα στεφάνια (τα τουρκιά).

Μετά τη στρώνεις.

Σκαλίζεις με μεράκι την επιφάνεια κάθε στελαριού. Ανοίγεις και τ’ ανάλογα κανάλια.

Μόνο τότε είναι έτοιμη η μυλόπετρα να τοποθετηθεί σε μύλο.

Για ν’ αλέσει σιτηρά.

Από το Μηνά Ντόντο, έμαθε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, την τέχνη του μυλοπετρά.

Μετά την έδωσε κι αυτός - δεν την κράτησε μυστικό - σ’ άλλους πολλούς:

Στο Σπύρο Ντάκο, τον Ηλία Διαμάντη, το Χρήστο Λιάτση, το Γιάννη Μπεκιάρη, το Γιώργο Κύρο, το Μήτρο Μπαρούτα, το Χρήστο Μπαρούτα, το Βαγγέλη Μύτιλη, το Χρήστο Κότρο, το Θοδωρή Ράιδο…

Σε ολόκληρη στρατιά…, για να τρώγανε κι άλλοι ψωμί.

Ήταν αυστηρός, απαιτητικός στη δουλειά.

Ζητούσε ποιότητα.

Τόσο που το παράκανε

Συμβούλευε τους μαθητευομένους:

«Προσοχή στην επιλογή του στουρναριού στο μαντέμι, στο δέσιμο της μυλόπετρας στο μπάγκο και στο μπετονάρισμα…

Όλα συνδέονται με την ποιότητα…

Γιατί αν κάτι δεν πάει καλά, πρόκειται πάνω στη δουλειά, ν’ ανοίξει η μυλόπετρα και να σκοτώσει κόσμο...!

Κι αλίμονό μας μετά…!» 


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
26/10/2013


(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο. Από αριστερά προς δεξιά βλέπετε το Σπύρο Ντάκο, το Θέμο Ντάκο (Ντάρο) και τον πατέρα μου, Δημήτριο Μύτιλη).

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ

(Είναι γλυκιά η ζωή…)

Την πονάει περισσότερο ο γέροντας τη ζωή, όταν του τσακίζει η ηλικία.

Όσο κονταίνει το σχοινί…τόσο φοβάται.

Τον τρομάζει ο θάνατος…

Απογοητεύεται. 

Χάνει την ελπίδα

Όμως…, είναι φτιαγμένη έτσι η ζωή, ώστε να προσαρμόζεται ο άνθρωπος στα «περήφανα» γηρατειά του…

Παρόλο που ξέπεσε κάπως, του 'πεσε το πόδι, δεν παραδέχεται με τίποτε το μπαστούνι.

Ακόμα και μετά τη βροχή, δεν ακουμπάει στην ομπρέλα. 

Την κλείνει  και την κρατάει περήφανα στο χέρι.

Τις προάλλες του πιάστηκε η μέση, κούτσανε κι αναγκαστικώς κινήθηκε με πατερίτσες.

Αναρρώνοντας τις πέταξε, όμως αισθάνθηκε ότι στην ηλικία του πια να ‘χει κάποιο αποκούμπι. Πήρε μπαστούνι και το ΄κανε κουράγιο του εαυτού του.

Ακουμπώντας πάνω του..., θα σπρώξει πια... όλη την υπόλοιπη ζωή του…

Εντελώς μεταλλαγμένος, μουρμουρίζει:

«Τι είναι το μπαστούνι; 

Τίποτα! 

Το φέρνει η τύχη, στο δίνει η μοίρα...

Κάθε πρωί, που ξυπνάει, λέει:

«Ξημέρωσα και σήμερα…

…Γεράματα και κουτουλήματα…

…Μεράμπωμα…

…Νύχτωνε - ξημέρωνε....

... Αυτή είναι η ζωή του γέροντα.

Χωρίς κανένα νόημα…».

Όμως τη θέλει τη ζωή, κι έτσι όπως είναι τη.

Γιατί είναι γλυκιά…!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

22/02/2015

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ Η ΙΔΕΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ ΚΙ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΟΔΗΓΟΥ

Η επίσκεψη επιτελείου της ΟΥΝΕΣΚΟ, στο επαρχείο Κάτω Δρόπολης, την περίοδο που υπηρέτησα σαν προϊστάμενος δημοσίων σχέσεων, δεν ήταν άστοχη.  

Καθίσαμε για καφέ σε σημείο, απ’ όπου οι φίλοι έβλεπαν άνετα αρκετά χωριά της περιοχής.

Ο Καναδός, μ’ εύστροφο νου και έξυπνο μάτι, μόλις αντίκρισε την καταπληκτική εικόνα που πρόβαλε μπροστά του, γυρίζει και μου λέει:

- Ωραία τα πέτρινα χωριά… Τοποθετημένα τόσο όμορφα και τόσο κοντά το ‘να με τ’ άλλο… Όλα μαζί μοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής…

- Μπορείτε να βοηθήσετε στον καλλωπισμό τους; Αυτή η ζωγραφιά να γίνει πιο ελκυστική - του είπα χωρίς να πολυσκεφτώ.

- Αυτός είναι ο στόχος μας. Να βρούμε κοινά σημεία σύγκλισης. Να μας δώσετε συγκεκριμένα σχέδια και προτάσεις.

- Τι σχέδια και προτάσεις; - αναρωτήθηκα μέσα μου.

Τότε το επαρχείο, δεν διέθετε ούτε μια φωτογραφία…

Εκείνη τη στιγμή, εντελώς αυθόρμητα, μου δημιουργήθηκε η ιδέα προετοιμασίας κι έκδοσης Τουριστικού Οδηγού της περιοχής.

Σαν η πιο κατάλληλη εκδοχή προβολής κι ανάδειξης των αξιών του τόπου μας;!

Σε επισήμους, που θα επισκέπτονται τα γραφεία μας, εκτός των άλλων, να δωρίζουμε και Τουριστικό Οδηγό…

Να παίρνουν χειροπιαστό υλικό μαζί τους.

Με φωτογραφική μηχανή στον ώμο και το σημειωματάριο παραμάσκαλα ξεκίνησα το κουραστικό κι όμορφο ταξίδι.

Πάτησα ένα - ένα σχεδόν όλα τα παραδοσιακά πολιτιστικά μνημεία της περιοχής…

Σκαρφάλωσα στο «Βράχο της Νύφης» και κατέβηκα σκαλί - σκαλί  το Σπήλαιο της Σκοτεινής.

Συμπερίλαβα στ' αρχείο μου μύθους, πηγάδια, εκκλησίες, μοναστήρια, το Θέατρο των Σωφρατίκων, τη νυφική στολή, πέτρινα γιοφύρια…

Σκόρπια, έτσι όπως είναι τα παραδοσιακά μνημεία, δεν μπορούσα εύκολα ούτε εγώ να ξέρω επακριβώς τον σωστό αριθμό.

Όταν τοποθετήθηκαν όμορφα κι ωραία σε Τουριστικό Οδηγό, μόνο τότε αντιλήφθηκα όλο το μεγαλείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Για την ολοκλήρωση αυτού του έργου, δεν στηρίχθηκα μόνο στις δυνάμεις μου.

Ζήτησα βοήθεια κι από αξιόλογα άτομα του χώρου - γίναμε ομάδα.

Όπως από το Λευτέρη Κοντό, τον Παναγιώτη Σιούκουρα και τον Βλαδίμηρο Κυριάκη.

Όλοι γνώστες της βαθιάς ρίζας του πολιτισμού και της παράδοσής μας.

Τα 1500 αντίτυπα που εκδώσαμε, διανεμήθηκαν στους Πέντε Ηπείρους. Έφτασαν μέχρι την Αμερική...

Τίθεται καθήκον η επανέκδοση του Τουριστικού Οδηγού της περιοχής. Ανανεωμένος πλέον με έγγραφο περιεχόμενο και φωτογραφικό υλικό απ’ όλο το Δήμο…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
20/02/2015

  
    



Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΝΤΑΜΠΟΡΙ

Το Νταμπόρι παλιά ήταν η πιάτσα του χωριού.

Ο κόσμος, κατηφορίζοντας από το Μοναστήρι, από την Παναγιά… αυτού έστηνε το χοροστάσι.  

Μικρός φέρνω στο νου μου δύο πρόσωπα, που κρατούσαν στα χέρια υψωμένο το μπαϊράκι:

Το Λάκη Ντάκο (το κονάκι) και το Θωμά Σύρμο, που διατύπωσε την έκφραση:

«Όταν είχαμε πόδια, δεν είχαμε παπούτσια, τώρα που έχουμε παπούτσια δεν έχουμε πόδια».

Κάνοντας τόσο απλά, τη διαφορά ανάμεσα σε δύο συστήματα.

Στο καφενείο του Κίτσιου Κότρου, που περισσότερο ήταν στέκι κουμαρτζήδων, ο κόσμος έπινε καφέ.

Έτρωγε και το νόστιμο κέικ, που ετοίμαζε ο ίδιος.  

Ο γκέγκας, που ερχόταν πεζός από την πέτρινη πόλη, με το ταψί στημένο πάνω στο κεφάλι, έπιανε μιαν άκρη και πωλούσε την πραμάτεια του:

Τα κοκοτσέλια, το χαλβά, τις σιούφρες, τα κούφια, τις καραμέλες…

Στο Νταμπόρι ακουμπούσαν τη μία πλάτη δύο γιοφύρια, που σ’ έβγαζαν αντίπερα. Της εκκλησίας στο «Μεσοχώρι» και του Τσιάμη, στην «Παλιουριά»…  

Η πλατεία της χαράς - του τρικούβερτου γλεντιού ήταν συνάμα και πλατεία των δακρύων.

Από κει ξεπροβοδούσε το χωριό, με πολύ πόνο, τους άνδρες για την ξενιτιά.

- Την ίδια μέρα - λένε - ξεπροβόδησε 70 άτομα -.

Λαβώθηκε βαριά…

Από την πόρτα της εκκλησίας, προς το Νταμπόρι, όπως κι απ’ τις άλλες πόρτες, μπαίνουν - βγαίνουν τα βαφτίσια, τα στεφανώματα…

Όμως, αποκλειστικά από το Νταμπόρι, βγάζουμε τους νεκρούς…Και τους συνοδεύουμε στο τελευταίο τους ταξίδι…

Ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής.

Επειδή ορισμένοι συγχωριανοί αντιστάθηκαν στους Γερμανούς, οι μπαλίστες διέταξαν την Κόλη Ζντάβαινα - τον τελάλη του χωριού - να φωνάξει για να μαζευτούν όλοι οι άνδρες στο Νταμπόρι.

Αυτή είπε με το χωνί:

«Βγείτε λεμόνια και μπείτε πορτοκάλια!».

Αποκωδικοποίησαν το μήνυμα σωστά οι δερβιτσώτες. Κρύφτηκαν οι νέοι ή πήραν τα βουνά, ενώ οι γέροντες ροβόλησαν στην πιάτσα…

Οι μπαλίστες, για να μην έκαιγαν και ρήμαζαν το χωριό, ζήτησαν από τους χωριανούς πεντόλιρα - χρυσαφικά, ότι πολύτιμο είχαν και δεν είχαν…

... Το Νταμπόρι με τις κακοτράχαλες πέτρες και τα χώματα, ισοπεδώθηκε.

Καλλωπίστηκε.

Πρόσφατα έπεσε πάνω του μπετό, καθάρισε ο τόπος.

Έγινε ωραίος χώρος για βόλτα.

Πίνοντας καφέ, κάτω από το πλατάνι, παρέα με συγχωριανούς, κάθεται ο Νάσιος Μήλλος και σου λέει:

«Έτσι όπως διαμορφώθηκε το Νταμπόρι τώρα, δεν είναι καθόλου περίεργο να μετατραπεί ξανά σε πιάτσα του χωριού…

Βγαίνοντας απ’ την εκκλησία το νιόπαντρο ζευγάρι, εδώ να στήνει το χορό, να γλεντάνε οι χαρατσάροι.

Και το χωριό χαρούμενο, συγκεντρωμένο γύρω, όπως παλιά, να κάνει σεργιάνι…»    
        

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
18/02/2014

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

«ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΧΕ ΑΝΟΙΞΕΙ Η ΚΑΚΑΒΙΑ…»

Είναι παρεξηγήσιμος ο τίτλος.

Τ’ αντιλαμβάνομαι…

Προκαλεί πολύ…

Σ’ αποτρέπει στη νοσταλγία για το πρώην δικτατορικό καθεστώτος.

Στην επιθυμία για σύνορο κλειστό και στην απόκλιση της επαφής με την μητέρα Πατρίδα.

Όμως δεν είναι έτσι...,

άλλα εννοώ εγώ...

Ο τίτλος είναι δανεισμένη έκφραση.

Παρμένη από παρήλικες, που την έχουν στην κόχη της γλώσσας κι ερμηνεύουν το ζήτημα διαφορετικά…

Σου τη λένε όλο παράπονο οι καημένοι από το πρωί με την καλημέρα του Θεού. Μόλις ανοίγουν το στόμα και ξεκινούν μαζί σου κουβέντα.

…Και συνεχίζει η εμμονή τους.

Σου εξηγούν:

«Τ’ άνοιγμα του συνόρου ξεμυάλισε τον κόσμο.

Πήραν οι νέοι το σακάκι κι έφυγαν. Εξαφανίστηκαν. Έγιναν καπνός…

Παράτησαν γονείς, σπίτια, χωράφια…το χωριό… την Πατρίδα

Τις περιουσίες…

Έχουμε στρωμένο το τραπέζι, μ’ όλα τα καλά εμείς οι παλιοί σήμερα, δεν κλαιγόμαστε…

… Αλλά έχουμε, δυστυχώς, ξέστρωτη την ψυχή…

Την καρδιά χωρισμένοι στα δύο;!

Μισή από δω, μισή από κει;!

Αφού μας έφυγαν τα παιδιά, μας άδειασε ο σουφράς...!»

Αυτά απ’ τους παρήλικες…

Τώρα τι λέω εγώ:

«Αν σκεφτόμασταν ορθολογικά, απ’ την πρώτη στιγμή της ανατροπής του πρώην συστήματος, θα δρομολογούσαμε, σίγουρα, καλύτερες λύσεις.

Με στόχο: Ένα σημαντικό κομμάτι των ανθρώπων μας να έμενε άνετα μ’ απασχόληση στον τόπο.

Να εκμεταλλευόμασταν το γόνιμο κάμπο, τα βοσκοτόπια, τις πιθανότητες για επιχειρηματική δραστηριότητα…

Μεν φύγαμε από τον τόπο, αλλά κι από μακριά του κάνουμε μεγάλη ζημιά.

Όσοι είναι χρεωμένοι σε τράπεζες, σ’ εφορία… στην Ελλάδα της δύσκολης κρίσης κι έχουν στο λαιμό φορεμένη θηλιά, για να την βγάλουν, παλεύουν να ξεχρεωθούν.

Για να λύσουν το πρόβλημα, πουλάν το σπίτι, το χωράφι…, που έχουν στο χωριό σ’ αλλόθρησκους, σ’ αλλοεθνείς.

Αλλοιώνουμε έτσι, σιγά - σιγά, πόντο - πόντο, με τα ίδια μας τα χέρια, τον τόπο μας.

Ξεπουλάμε φτηνά την Πατρίδα μας…

Κακά ξεμπερδέματα…

… Σε καιρό δημοκρατίας, ελευθερίας…, σ’ εξελισσόμενη εποχή όλα αυτά.

Μ’ ανοιχτή την Κακαβιά...»


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

14/02/2015

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ…

Ο λαός είναι ποτάμι…

Να φοβάσαι το ποτάμι…!

Αν βγει από την κοίτη του - ξεχειλίσει - θυμώσει...γίνεται θηρίο…

…Δεν κρατιέται εύκολα…ούτε με φράχτες, ούτε με σιδερένιες πόρτες…

Με τίποτε…

Σε πνίγει το ποτάμι - θηρίο…

Αυτό το ποτάμι - πολλά ρυάκια μαζί - ψες βγήκε, ξεχύθηκε στην πλατεία Συντάγματος.

Αυθόρμητα.

Βούιζε διαρκώς.

Όχι όπως πάντα, απ' αγανάκτηση για να πνίξει..., αλλά για συμπαράσταση.

Να ποτίσει την ελπίδα.

Τη ρίζα του δέντρου που ξεκίνησε να βγάζει κλώνους.

Φύλλα.

Να φουντώνει, να ρίχνει ανάστημα…

Μακάρι… να μην ξεραθεί αυτό το δέντρο…

Να μην μαραθούν τα φύλλα του.

Να μην σπάσουν οι κλώνοι του…

Να μην συρρικνωθεί η στέφανή του…

Το ποτάμι κυλάει, κυλάει…πίσω δεν γυρίζει...,

... δεν μπορεί να γυρίσει πίσω.

Δεν κοιμάται…

... δεν μπορεί να κλείσει μάτι…

Να τρέμεις τ' ορμητικό - θυμωμένο ποτάμι…!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

12/02/2015

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ, ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Με προσωπική πρωτοβουλία με προσέλαβε στην ελληνόφωνη εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα» ο αρχισυντάκτης της …

Θέση - καρέκλα, που ούτε μπορούσα να τη φανταστώ…

Εγώ, ο γιος λατόμου.

Η αξιολόγηση, προφανώς, είχε γίνει από κείμενα, που δημοσίευσα κατά διαστήματα, στις στήλες της εφημερίδας, ως εθελοντής ανταποκριτής.

Έναντι καλής αμοιβής, για εκείνη την εποχή.

(Με τα λεφτά αγόραζα βιβλία: μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές …)

Ανάμεσα σε παλιούς - τέρατα της δημοσιογραφίας, όπως τον Πάνο Τσούκα, τον Κώστα Ζάβαλη, τον Παύλο Σιούτη… με χοντρά γυαλιά και ύφος βαρύ, που έγραφαν τα κείμενα σε μπότσες - ένιωθα ξένος.

Καθώς μ ‘βλεπαν να γράφω δίπλα τους, αναρωτιόμουν: «Τι ζητάω εγώ εδώ…;!»

Η παρέα μου ήταν τα νέα παιδιά της εφημερίδας: Ο Θανάσης Σούτζιος, ο Βασίλης Παππάς, ο Νίκος Αναγνώστης, η Χριστίνα Τσικόλα, η Ελεονόρα Καμπέρη…

Σ’ όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά, οφείλω παρά πολλά. Μ’ αγκάλιασαν με περίσσια αγάπη. Μ’ ενθάρρυναν, με στήριξαν δυναμικά. Μ’ έσπρωξαν δυνατά στη δύσκολη ανηφόρα της δημοσιογραφίας …

Η Ιφιγένεια Μπάρκα - λογιστής, σ’ ελεύθερο χρόνο μας ξεκούραζε με τον αχνιστό καφέ και τη γλυκιά κουβέντα. Σαν να ‘ταν κυψέλη το γραφείο της, σαν  να ‘χε μέλι η Νιένια… Εκεί ανοίγαμε όλοι την ψυχή. Λέγαμε ανησυχίες, παράπονα και μυστικά…

Ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς, είναι ξεχωριστό κεφάλαιο στην εφημερίδα. Στυλοβάτης, πένα τροχισμένη καλά, λεπτή και πολύκροτη.  

Ακολουθώντας τα πατήματά του έμαθα πολλά: Τι θα πει στυλ, τι λογική ανάπτυξης κείμενου… Διδάχτηκα τις βασικές αρχές και τα μυστικά της δημοσιογραφίας …     

Αυτό που είμαι, τ’ οφείλω γενικά στην εφημερίδα. Αλλά ξεχωριστά στο πρόσωπο - κλειδί, που με βοήθησε να βάλω φτερά, ν’ ανοίξω διάπλατα την πόρτα της ζωής μου: 

Στον Βασίλη Τσιάμη …

Που διαισθάνθηκε τι είχα, τι έκρυβα μέσα μου, όταν προσωπικά δε γνώριζα.

Που με προσέλαβε στη δουλειά, με κράτησε κοντά και με μεγάλη υπομονή και στοργή γονέα, μ’ οδήγησε στην επιτυχία …
      

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
10/02/2015


Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΑΝΑΠΗΡΟΣ ΑΛΒΑΝΟΣ ΣΕ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

Ακουμπισμένος ώρες πάνω σε δεκανίκια...

Δεν απλώνει χέρι πείνας.

Απλά κοιτάει κατάματα τους περαστικούς.

Καλοξυρισμένο το ξερακιανό του πρόσωπο. Πεντακάθαρο.

Τα μαλλιά του κοντά και περιποιημένα. Η φορεσιά του σεμνή κι ατσαλάκωτη.

Όλο το είναι του μιλάει για καλοσύνη.

Κι όμως η μοίρα τον τιμώρησε. Του λείπει το ‘να πόδι. Το ‘χει ακρωτηριασμένο.

Το δεξιό σκέλος του τζιν παντελονιού του μαζεμένο προσεκτικά και περασμένο στη λουρίδα.

Σταμάτησα μπροστά του. Το χέρι μου ενστικτωδώς μπαίνει στη τσέπη μου, βγάζει ψιλά και τα προσφέρει στον ανάπηρο. 

Το σταρένιο χρώμα του προσώπου του κι άλλα χαρακτηριστικά, μαρτυρούν την καταγωγή του.

- Απ’ Αλβανία είμαι - μου λέει - μετά από ερώτημα.

Χαμογελώντας με δυσκολία, του μιλώ στη γλώσσα του…

Μου λέει και τ’ όνομά του, τα 27 του χρόνια, την καταγωγή του, το Ελμπασάν, τη διαμονή στην Πατησίων…

Έπειτα μάγκωσε η αφήγησή του στο επεισόδιο, που τ’ άλλαξε όλη τη ζωή:

«Το πόδι, μου το πήρε το ’97. Τσιγγάνοι λογομαχούσαν για ξεκαθάρισμα λογαριασμών κι έφτασαν στο τουφεκίδι. Πάνω στην ανταλλαγή πυρών το πλήρωσα εγώ».

Λυπήθηκα τον ανάπηρο Τάνη και συγχρόνως σιχάθηκα τη βρώμικη κοινωνία. Η οποία δεν συμπαραστέκεται, δεν αντιμετωπίζει τέτοιου είδους οδυνηρές καταστάσεις...

Ενώ προχωράμε μαζί - ακολουθώ τον ανάπηρο στο τρίκλισμα - του προτείνω να μην καθίσει με τα χέρια σταυρωμένα:

«Ν’ απευθυνθείς σε ίδρυμα. Εδώ ή στην πατρίδα σου. Που να ξέρεις, ίσως ψυχοπονέσει κάποιος και σου απλώσει χείρα βοήθειας.

Για να ζήσεις πιο άνετα.

Το πεζοδρόμιο είναι σκληρό...

Δεν ξέρω αν συμβουλεύτηκες ορθοπεδικό για πιθανή λύση μέσω τεχνητού ποδιού. Για να σταθείς στα πόδια σου…».

«Λαμβάνω αναπηρική σύνταξη απ’ την Αλβανία, που δεν αρκεί ούτε για ξερό ψωμί. Στη Γερμανία ξέρω ότι βάζουν προσθέσεις.

Όμως χρειάζονται πολλά λεφτά. Που δεν τα ‘χω. Κι ούτε μπορώ να τα εξασφαλίσω».

Κουβέντα την κουβέντα  περάσαμε το φανάρι και θα χωρίζαμε μπροστά στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στην Ομόνοια.

Ο Τάνη πήρε την «Δώρου», ενώ εγώ την «3ης Σεπτεμβρίου».

Για τη δουλειά μου εγώ, τη μετάφραση, για άλλο στέκι ζητιανιάς αυτός.

Που δεν τ’ αρμόζει, αλλά δεν βρίσκει άλλη διέξοδος.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
08/02/2015

«ΑΜΑ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΠΡΟΣΕΧΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ…»

(Μεγάλες κουβέντες παρήλικων)

Δεν θα προσηλωθώ στο:

Αν ο μπάρμπα Ηλίας Κορκάρης υπηρέτησε ένα φεγγάρι τον Ελληνικό Στρατό, παρατώντας την Κωνσταντινούπολη…

Αν ήταν μετρημένος ή αυστηρός σύζυγος με τη φρόνιμη, εργατική, γλυκομίλητη και υπομονετική Μάρθα…

Αν ήταν πετυχημένος τυροκόμος…

Αν κατέβαζε και κανένα περίσσιο ποτήρι.

(Άνδρας ήταν κι από τη τσέπη του το έπινε. Σε κανέναν δεν έπεφτε χαβαλέ…)

Θα σταθώ μόνο σ’ έναν απλό - σύντομο διάλογο, που έγινε μπροστά στα μάτια μου, μεταξύ του μπάρμπα Ηλία και της μάνας μου.

Στο σοκάκι, μπροστά στο σπίτι μου.

Αυτός ήταν όρθιος με τα χέρια δεμένα πίσω του κι η μάνα μου καθισμένη στο σουφά της εξώπορτας.

Να καθαρίζει με το κοφτερό γυρτό ψαλιδάκι της τα νήματα από το κοφτό κέντημα στη μηχανή…

Του λέει η μάνα μου:

«Ηλία, που παραπονιέται ο Βαγγέλης, όσες φορές περνάει από δω, γι’ ανυπόφορο πονοκέφαλο.

Πάρε το παιδί και πήγαινέ το σε γιατρό!».

Ο μπάρμπα Ηλίας, με ύφος κάπως βαρύ, κοιτώντας μόνιμα χάμω - όπως το ‘χε αυτός - γυρίζει και της λέει:

- Σ’ άκουσα προσεκτικά, αλλά άκουσέ με τώρα κι εσύ:

«Ο γιος μου δεν είναι μικρός. Είναι μαντράχαλος, για παντρειά. Στην ηλικία του εγώ έτρεφα ταρτάνα, σκεφτόμουν και για άλλους. Γι’ αυτό να προσέξει μόνος του το κεφάλι του, την υγεία του.

Ο καθένας μας - μέσα στην οικογένεια - άμα θα προσέχει τον εαυτό του, τότε όλοι θα είμαστε καλά».

Τα είπε τόσο απλά ο μπάρμπα Ηλίας και τράβηξε σιγά - σιγά το δρόμο του.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
07/02/2015



   

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

ΑΔΙΑΡΡΗΚΤΟΙ ΔΕΣΜΟΙ

Ο Ιλίρ Μίχο το 2002 σ’ ενοικιαζόμενο χώρο στη "Γκρανίτσα" της πέτρινης πόλης - όσο ένα κουτόσπιρτο -  πάλευε να συγκροτήσει τυπογραφείο.

Σ’ αυτό εκτύπωσα τότε την πρώτη αδέσμευτη εφημερίδα μου, το «Δικαίωμα» κι αργότερα τον «Πύρρο».

Πάνω στη γόνιμη συνεργασία μας γίναμε στενοί φίλοι.

Σ’ επόμενη φάση σμίξαμε αδελφικά.

Γίναμε σπίτι.

Μετά από κοινή επιθυμία, με μεγάλη μου χαρά ανέλαβα τη βάφτιση του Λουκά - Αρμάντο. 

Του μεγάλου υιού του Ιλίρ, με καταγωγή απ’ τη Φουσεμπάρδα.

Χωρίο…, που όταν το επισκέφτηκα για πρώτη φορά, μ’ εξέπληξε πραγματικά με τις τοποθεσίες:

«Ανήλιο», «Προσήλιο», «te kisha»…, που τις ανέφεραν τόσο φυσιολογικά στην καθημερινή τους επικοινωνία όλοι οι κάτοικοι.

Ο Ιλίρ ομολογεί:

«Στην Ελλάδα, που αγαπώ, φιλοξενήθηκα αδελφικά, έμαθα επάγγελμα, έβαλα στη τσέπη μου λεφτά και κάποια στιγμή αγόρασα μηχανήματα κι άνοιξα ιδιωτική δουλειά στον τόπο μου.

Όλη η λειτουργία του τυπογραφείου μου σήμερα στηρίζεται γερά στη στενή συνεργασία μου μ’ Έλληνες...!

Ο υιός μου, όταν μεγαλώσει, θέλω να πηγαίνει για προσευχή στην εκκλησία…».

Ο Αρμάντο είναι ο βαφτιστήρας μου. Εγώ ο πνευματικός του πατέρας.

Σας πληροφορώ, δεν κρατώ εύκολα τέτοιο μυστικό, ότι ο κουμπάρος μου, που διαχειρίζεται όχι τυπογραφείο πλέον, αλλά έναν τεράστιο πετυχημένο Εκδοτικό Οίκο, στολίδι πλάι στην Εθνική Οδό Αργυρόκαστρο - Τεπελένι, με το υπέροχο όνομα «ΑΡΓΥΡΩ», μου κάνει διαρκώς δώρα ανεκτίμητης αξίας…

Ο Ιλίρ μ’ έκανε συγγραφέα.

Με την έννοια ότι μου κάλυψε με προθυμία και με πολύ αγάπη τα έξοδα της έκδοσης όλων των βιβλίων μου…

Είναι ο σπόνσοράς μου... Μ’ έκανε γνωστό στ’ αναγνωστικό κοινό.

Ιλίρ σ’ ευχαριστώ!

Είμαι ευγνώμων!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
06/02/2015

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

«ΕΝΑΜΙΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣ(Ψ)ΩΜΙ…»

Εσένα ίσως να σε έπιανε ο ύπνος το πρωί... Αυτόν, πριν βγει ο ήλιος, τον είχες έξω από την πόρτα. 

Καθισμένο στο σουφά με τα εργαλεία έτοιμα για δουλειά... Ακουμπισμένα κάπου σε μιαν άκρη…

Ο Φώτος Ζντάβος, σου έλεγε, όταν γινόταν η συμφωνία για οποιαδήποτε δουλειά: - Δουλεύω ήλιο μ’ ήλιο.

Χειμώνας ήταν ή καλοκαίρι, δεν τον έμελλε.

- Και η απολαβή;

- Παίρνω ενάμισι και το τσ(ψ)ωμί. (Ένα ναπολιόνι και μισό εκείνου του καιρού).

Δεν το πρόφερε εύκολα το «ψ»… ο δόλιος. Έφτιαχνε οβορούς, έσκαβε κήπους, καθάριζε τους βόθρους των σπιτιών… Συνήθως τον έβλεπες μ’ ένα κάρο μπροστά. Να το σπρώχνει, να το σπρώχνει…μια ζωή…

Τα βασικά σύνεργα της δουλειάς του ήταν:

Ο κασμάς και το φτυάρι. Συμπλήρωμα η βαριά και οι σφήνες για να ‘σχιζε ξύλα. Δεν ήξερε ήταν Κυριακή  ή καματερή. Δούλευε ακατάπαυτα ο κακομοίρης…

Δεν προλάβαινε να βγάλει απ’ το κορμί τα ρούχα της δουλειάς. Μ’ αυτά έπεφτε, μ’ αυτά σηκωνόταν.

(Το παντελόνι στη μέση σπαγκοδεμένο σφιχτά…Το ξεφτισμένο καπέλο τσαλακωμένο και με σκεπή περισπωμένη…)

Ήταν κωφάλαλος ή βούλωνε μόνος του με βαμβάκι τ’ αφτιά, για να μην άκουγε το συνομιλητή, δεν το ξέρω! Ούτε και ζήτησα να το μάθω…

Του έκανε παρατήρηση τ’ αφεντικό:

- Ρε Φώτο, μα… αφού βάζεις ράμμα, γιατί ο οβορός είναι στραβός;

- Το ράμμα που μου ‘δωσες... ήταν στραβό…

Το βράδυ, όταν τελείωνε τη δουλειά, ζητούσε να του ‘βαζες στην πάνινη σακούλα λίγο ψωμί, για να το πάρει μαζί του.

- Να φάνε - έλεγε - και τα παιγιά τη Κίτσαινα… Κίμα είναι…

Δάγκωνε και το «δ»…, αλλά το «ρ» και το «σ» τα 'τρωγε. Δεν τα πρόφερε καθόλου… Έλειπαν απ’ τ' αλφάβητό του…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

04/02/2015

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΑΛΛΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΣ…

Ο άλλος μου εαυτός δεν υπάρχει πια. 

Καιρό τώρα τον ψάχνω μέσα μου και δεν τον βρίσκω πουθενά…

Εξαφανίστηκε τελείως από την επιφάνεια της γης…

Μετά από τριβές, ρήξεις, καθημερινό εσωτερικό πόλεμο, διαφωνήσαμε και χωρίσαμε οριστικά.

Τον έκανα πέρα τον άλλο μου εαυτό…!!!

Αυτός με τις παλιές αμαρτίες έμεινε κολλημένος στο χθες, εγώ υποστηριχτής του μέλλοντος, διαρκώς μεταμορφώνουμε.

Άλλαξα ριζικά.

Ο τρόπος σκέψης μου, όλη η δράση μου προχωράνε.

Αγκαλιάζουν τη σύγχρονη εποχή, το εξελιγμένο…

Η πλύση εγκεφάλου, που μου έγινε χρόνια στη σειρά από το πρώην καθεστώς, δεν ισχύει πια…

Εγώ απελευθερώθηκα ολοκληρωτικά;… 

Κι απορώ μ’ ορισμένους, που προσποιούνται τον προοδευτικό, πώς έχουν ακόμα αντικείμενο αντιπαράθεσης, μετά από δυόμισι δεκαετίες, τον παλιό κομμουνιστή…;!

Ποιος πολύ ποιος ολίγο, να το λέμε αυτό συνειδητά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αφού κανένας δεν προέβλεπε με τίποτε, δεν έλπιζε την ανατροπή του πρώην συστήματος, ήμασταν άλλοι φανατικοί κι άλλοι εκφοβισμένοι υπηρέτες του…

Τυφλά εργαλεία του…, κομισάριοι του φωτός…

Ένα προσωπικό παράδειγμα, πάνω στην ίδια λογική:

Εγώ, σαν δημοσιογράφος, έγραφα ότι μου υπαγόρευε το σύστημα.

Αν δεν υπάκουε, δεν πειθαρχούσε η πένα μου στη γραμμή του κόμματος, που ευτυχώς έγραφε ελληνικά, θα μου αφαιρούνταν η καρέκλα.

Θα μου έκοβαν το ψωμί…

Θα με τιμωρούσαν παραδειγματικά…

Όποιος σήμερα παριστάνει τον παλικαρά, τον αντιστασιακό, τον ήρωα του χθες.

Αλλού να τα πουλήσει αυτά…!!!

Άμα φωλιάζει μέσα σου το χθες - με τα δεινά και τους εφιάλτες - κι έχεις σε μόνιμη βάση γυρισμένο το κεφάλι, το βλέμμα σου προς τα πίσω, δεν τρέχεις προς το μέλλον σταθερά.

Συνέχεια χάνεις χρόνο...

Ας τρέχει η μονάδα, το άτομο. Το σύνολό μας, δυστυχώς, κάνει σημειωτών…!

  
Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
03/02/2015

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

«ΦΑΜΙΛΙΑ ΜΟΥ…!!!»

(Συνέβηκε πριν από 50 χρόνια...)

Το πρωτοφανή φαινόμενο, η σημερινή πλημμύρα στο χωριό, μου θυμίζει μιαν ιστορία φόβου, που την έζησα μικρός.

Τότε είδα από κοντά να κινδυνεύει η ζωή συγχωριανών…

Μετά τη βροχή, ενώ είχε φουσκώσει το ποτάμι, μικρά παιδιά φτιάχναμε παρέα βάρκες με χαρτί στο γιοφύρι του Κολλά και τις ρίχναμε στα νερά, που κατέβαιναν από τα Τρεκουλάκια, τη Δολιανή, τις Μούρσες...

Οι περισσότερες βάρκες πνιγόταν.

Όσες άντεχαν συνέχιζαν να πλέουν άνετα προς τα Μουσιά…

Ήταν πρόγευμα. Ο δρόμος που σε οδηγεί στο δημόσιο ήταν πνιγμένος.

Τ’ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γιώργος Κονόμος, παίρνει προσεχτικά τη στροφή και κατευθύνεται προς το χωριό.

Στην κλειστή καροσερή είχε μέσα συχωριανούς που είχαν πάει στην πόλη για ψώνια και γύριζαν. 

Κάπου, μεσοδρομίς, τ’ αυτοκίνητο βγαίνει απ’ το δρόμο...

Ευτυχώς ακουμπάει η πλάτη του σε γκορτσιά, δεν αναποδογυρίζει τελείως κι αποφεύχθηκε έτσι ο κίνδυνος να θρηνούσαμε νεκρούς.

Μικρός, θυμάμαι σαν να είναι τώρα, το κλάμα από φόβο και τα δυνατά χτυποκάρδια μου.

Φέρνω μπροστά στα μάτια μου την εικόνα με τους τρομαγμένους συγχωριανούς να βγαίνουν ένας - ένας πάνω στον πνιγμένο δρόμο.

Να είναι βρεγμένοι πατόκορφα και να έχουν τα σακούλια κρεμασμένα στους ώμους...

Τα ψωμιά, τα φασόλια, τα κρεμμύδια…να πλέουν πάνω στο νερό.

Μόνο ο μυλωνάς του χωριού, ο Σπύρος Γκούτζος, ξέσπασε σε φωναχτά:

- Θοδώρα μου, Βέφα μου, Γιάννη μου, Μάξη μου, Λάκη μου…

Έπιασε όλα τα ονόματα των μελών της οικογένειάς του με τη σειρά…

Κι έκλεισε το εκφοβισμένο παράπονό του με δύο μόνο λέξεις:

- Φαμίλια μου…!!!

  
Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
01/02/2015