Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Ο ΑΡΕΣΤΟΣ ΓΙΑ ΔΗΜΑΡΧΟΣ

Κάνω μια πρόβλεψη κι έχω την προαίσθηση ότι δεν θα διαψευσθώ...

Βασισμένη σε σοκάκ - λαφ, σε διάφορες επίσημες πηγές, αλλά και στην προσωπική μου σκέψη.

Για Δήμαρχο στη Δρόπολη μ’ επιλογή της Ομόνοιας - ΚΕΑΔ, θα προωθηθεί - δεν ρωτάει, δεν σέβεται κανείς τον κόσμο, μόνο την ψήφο του ζητάει - τον νυν έπαρχο της Κάτω Δρόπολης, Δημήτριο Μαλιούκη.  

Αποδεκτή η επιλογή και από το LSI του Τάβου, που μέχρι στιγμής «αντιστέκεται - διαφωνεί».

Έτσι το πρόσωπο αυτό, θα είναι «κοινής αποδοχής» και θα κατέβει με τη «σημαία» του Ελληνισμού.

Ο Τάκης Ντούτσης, νυν έπαρχος της Πάνω Δρόπολης, φουλ δυσαρεστημένος - με το δίκιο του - θα κατέβει ανεξάρτητος.

Θα είναι ο αντίπαλος του αρεστού… 

Στην διάρκεια του προεκλογικού αγώνα θα τον αποκαλέσουν - όπως συνηθίζουν να κάνουν οι επίσημοι φορείς μας, για να πωρώσουν τον ψηφοφόρο -  προδότη του Ελληνισμού.

Το Ντούτση θα τον στηρίξουν τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και όσοι θα δυσαρεστηθούν, θα αγανακτήσουν από την υποψηφιότητα Μαλιούκη…

Τον άριστο κανείς δεν πήρε τον κόπο να τον πλησιάσει, δυστυχώς.

Γιατί ο άριστος δεν πρέπει να είναι Δήμαρχος…

Τέτοιο λάθος..., δεν κάνει το κατεστημένο...η παλιά συνήθεια συνεχίζεται...

Η προαίσθησή μου λέει ότι ο κόσμος θ’ αναδείξει τον «προδότη» Δήμαρχο…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

31/03/2015

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΕΚΤΑΚΤΗ «ΕΙΔΗΣΗ»: ΓΕΝΝΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΜΕΝΕΓΑΚΗ...

Ζωντανή σύνδεση...

Από ώρα σε ώρα γεννάει με καισαρική τομή στο μαιευτήριο ΙΑΣΩ η Ελένη Μενεγάκη...

Είναι να τρελαθείς... με την «είδηση»... σε κοινωνία του καμ- κουμ...

Αυτά στον τηλεοπτικό σταθμό Ε (έψιλον), στην σημερινή μεσημεριανή εκπομπή «Αποκαλυπτικά» του Μένιου Φουριώτη.

Αυτό είναι το μέγα θέμα σε καιρό αφόρητης, βαθιάς κρίσης για τον Ελληνικό Λαό...;!

Σε μια Ελλάδα που πονάει...;!

Ολόκληρο θρίλερ..., περικυκλωμένο από δημοσιογράφους της πλάκας το μαιευτήριο όπου θα 'ρθει στη ζωή το νεογνό.

Το τέταρτο παιδί της «σταρ», του κατασκευασμένου ειδώλου, των καναλιών της διαπλοκής

Ποιος να προλάβει να δώσει πρώτος το χαρμόσυνο νέο στο κοινό...

Δεν ντρεπόμαστε, λιγάκι...!

Λίγη τσίπα, τουλάχιστον..., δεν έχει μείνει πάνω μας...!



Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

29/03/2015

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

«ΚΡΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΟΡΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΣΟΥ!»

(Διάλογος μ’ ένα φίλο μου)

Διαβάζοντας ένα κείμενό μου από το πρωί, ο φίλος μου, μου λέει:

- Εσύ, ρε φίλε, με τον αυθορμητισμό σου,

μ’ αυτά που λες, και ξαναλές…,

συνέχεια σαν να κόβεις δέντρα.

- Άφησε και κανένα όρθιο…, για να σου κάνει ίσκιο.

Να βάλεις το κεφάλι σου κάτω απ’ τη δροσιά του, ρε αδελφέ - με την κάψα του καλοκαιριού …

Του απαντώ:

- Δεν μ’ αρέσει ν’ αράζω κάτω απ’ τον ίσκιο της σιωπής,

αφού αισθάνομαι ότι καίγομαι ολόκληρος…

Όταν βλέπεις ότι χάνεσαι, τελειώνεις,

πώς μπορείς να κοιμηθείς…;!

Δεν σε κολλάει ύπνος…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

27/03/2015

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Ο ΝΤΑΗΣ

Νταή τον αποκαλούν και νταής είναι στην πραγματικότητα ο Μίχος Τσιάτσιαλης…

Το χωριό δεν κάνει λάθη.

Σε χαρακτηρίζει σωστά.

Ο Μίχος μόλις σ’ αντικρίζει από μακριά, προσπαθεί να σε προλάβει... 

Η επιθυμία του είναι να σε χαιρετίσει αυτός πρώτος…

Συνοδεύει - μάλιστα τον καλόκαρδο χαιρετισμό - και με φαρδύ χαμόγελο.

Όταν τον ανταμώνεις, βγάζει το καπέλο, βάζει κομψά το χέρι του στο στήθος του κι υποκλίνεται μπροστά σου σ' ένδειξη σεβασμού.

Σου σφίγγει δυνατά, μ’ όλη του την ψυχή, το χέρι…

Κύλησε στο μαντέμι όλη η ζωή του.

Με τον κασμά, με το φτυάρι καθάρισε πρώτα μια μύτη βουνού πάνω απ’ το "Ζεστό"… Προχωρώντας…μόλις ανακάλυψε την ποιοτική πέτρα, τις καλές σειρές - έβαλε μπρος και άνοιξε μαντέμι.

Πλάι στων Τσιαμαίων, Μπομπολαίων, Συρμαίων, Μυτιλαίων, Ραϊδαίων, Διαμανταίων, Ντραγκουταίων…

Άλλα μαντέμια ήταν στη "Δολιανή", άλλα στο "Νιάρτσι",  στη "Μουσιαγιάδα", παντού…

Περικυκλωμένη από μαντέμια, από πέτρα, είναι όλη η Δερβιτσάνη…

(Ένα μεγάλο κομμάτι του χωριού έτρωγε ψωμί από τα μαντέμια. Το υπόλοιπο από τους λιθοπελεκητές, τους μηχανουργούς, τους οδηγούς, τους σαμαρτζήδες…,

Από τα χωράφια και τα αιγοπρόβατα…)

Με το λοστό, τις σφήνες… ανασήκωνε ο Νταής ολόκληρο αλώνι, το ‘σπαγε με τη βαριά και τα τεμάχια τα στοίβαζε.

Τα έκανε έτοιμα για φόρτωμα.

Λένε - μετέφερε την κατατεμαχισμένη πέτρα, ως τ’ ανάλογο σημείο, μ’ ένα μισό κομμένο βαρέλι από λαμαρίνα.

Το οποίο το φόρτωνε ξέχειλα και το σβάρνιζε στην κατηφόρα μ’ ένα ανθεκτικό σχοινί.

Τι μόνος του, τι μ’ αδελφό, τι με παρέα - κατέβαζε το κεφάλι κάτω κι έστρωνε τον πισινό του στη δουλειά …

Δεν είχε πονηριά πάνω του ο Νταής.

Γινόταν πτώμα από την κούραση, όταν οι γραφειοκράτες της επιχείρησης ανάγκασαν το λατόμο - ώστε για να πάρει το μεροκάματο -  να φορτώνει ο ίδιος την πέτρα στο φορτηγό.

Η εξόρυξη, της πέτρας στο λατομείο, απαιτούσε προεργασία.

Άνοιγε ο Μίχος - μ’ ειδικό βελόνι, χτυπώντας το δυνατά με τη βαριά - βαθιές τρύπες στην πέτρα, τις γέμιζε με δυναμίτη κι έκανε την έκρηξη…

Συχνά τον συναντούσες να μπαίνει στο χωριό με τα εργαλεία της δουλειάς δεμένα με κοντοσχοίνι και κρεμασμένα στην πλάτη.

Ίσως να τα κουβαλούσε γι’ άλλη εργασία, στο σπίτι, στο μαχαλά ή κάπου αλλού….

Ο άνθρωπος δεν σιγούσε.

Κάποιο τροπάρι έκανε και το νεκροθάφτη.   

Ο Μίχος κρατούσε ίσο σε γαμήλιο τραγούδι με γύρισμα, καθώς το ‘παιρνε η ωραία παρέα: ο Φώτος Γκούτζος, ο Θωμάς Λίτσιος, ο Περικλής Κύρος, ο Λάκης Ντάκος, ο  Κώτσιος Στέργιος… - όλοι τώρα συγχωρεμένοι - όταν έβγαζαν από το πατρικό τη νύφη…    


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

26/03/2015

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ‘21

Γιορτή σήμερα.

Διπλή.

Σκορπάει χαρά σ’ όλους τους ΕΛΛΗΝΕΣ... 

Όπου κι αν βρίσκονται...

Από μας τους Βορειοηπειρώτες δεν περνάει χωρίς ν’ αφήσει ίχνη δυνατά.

Χωρίς να περάσει το επίκαιρο μήνυμα.

Μας διδάσκει το ηρωικό ‘21, να έχουμε το νου μας πίσω.

Ν’ αγαπάμε και να σκεφτόμαστε έντονα και καθημερινά τα πάτρια εδάφη.

Που άδειασαν από ανθρώπους και πονάνε…

Ο αγώνας μας και η προσδοκία μας σήμερα πρέπει να
είναι η επιστροφή μας σταδιακά στην γενέθλια γη…

Χρόνια πολλά!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

25/03/2015

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

«ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ Ο ΕΝΒΕΡ ΧΟΤΖΑ…»

(Μια καταγγελία, από επίσημο μεταφραστή, το Λευτέρη Δράζιο, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη… 

Είναι αυτόπτης μάρτυρας, γνωρίζει στο βάθος το πρόβλημα, αντιμετωπίζει ο ίδιος την πίεση. 

Χτυπάει με γροθιά δίκοχο και μυτερό μαχαίρι. 

Τα βάζει με την Υπηρεσία που τρώει ψωμί...)

Το ‘χουν πάρει απάνω τους - εργολαβικά- να μας τελειώσουν: 

Με την ταλαιπωρία στην Κακαβιά που συνεχίζεται, με την απόδοση της Ελληνικής Ιθαγένειας, που θέλει ένα τσουβάλι χαρτιά, με τη διακοπή της σύνταξης του ΟΓΑ, με την μηδαμινή βοήθεια προς τον τόπο, που στενεύει…

… Με τάση να χαθεί…

Αυτή  τη στιγμή μας δίνουν κι ένα άλλο θανατηφόρο χτύπημα.

«Ό,τι δεν έκανε ο Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία τότε, γράφει ο μεταφραστής, το κάνει σήμερα η Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας.

Καταργεί το δικαίωμα όσων ομογενών δεν έχουν ακόμη αποκτήσει ελληνική ταυτότητα ή ταυτότητα ομογενούς, να αυτοπροσδιορίζονται με την εξελληνισμένη μορφή των ονοματεπωνύμων τους και επιβάλλει να γράφονται τα ονοματεπώνυμα με την εξαλβανισμένη μορφή τους…»
  
Οι Ελλαδίτες ποτέ δεν θέλησαν ή δεν προσπάθησαν - να μας ξεχωρίσουν από τους Αλβανούς.

Να μας μπερδέψουν, το επιχείρησαν συχνότατα.

Πιο σωστά - για να είμαστε μέσα στα πράγματα - αυτό το επιχείρησε κάλλιστα η κάθε  Ελληνική Κυβέρνηση, που… με τις αφηρημάδες… την Ελλάδα - πνεύμα παν να την εξαφανίσουν…!!!    

Στα κιτάπια τους θέλουν - για ποιο λόγο μόνο αυτοί ξέρουν - η καταγραφή μας να είναι μπασταρδεμένη…

Στη μικρή μας Ελλάδα - κει πέρα στα χώμματά μας κι όπου αλλού πατάει το πόδι μας - είναι τ’ όνομα, η γλώσσα, το τραγούδι, ο χορός, η παράδοσή μας…

Ο στραβισμός πρέπει να τελειώσει, για να μην τελειώσουμε εμείς…

Η «νέα Ομόνοια» τι κάνει;!

Οι σύλλογοι στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Αχαΐα, στην Κύπρο, στην Αμερική…, όσοι μιλούν και αγωνίζονται για τη Βόρεια Ήπειρο…πού κρύβονται όταν ξεσπάνε οι καταιγίδες…;!   

Μόνο οι αρχηγοί όλων αυτών των φορέων με τα συμβούλια τους αν μαζευτούν, φτιάχνουν ολόκληρη στρατιά αντίστασης.

Λυπούνται οι πρόγονοί μας για τον  στρουθοκαμηλισμό μας.

Και για τη στάση μας, τη συμπεριφορά μας, που δεν κοιτάμε πέρα από τη μύτη μας…!

Την φοβερή αδιαφορία, που ξεπερνάει τα όρια της λογικής…!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
22/03/2015


Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

«ΘΑ ΒΑΛΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΑ ΒΛΑΣΤΑΡΙΑ ΜΟΥ…»

(Μια συγκλονιστική περιγραφή, στηριγμένη σ’ αφήγηση της συγχωριανής μας, Αντωνέτας Δέδε).

Η Αντωνέτα, το κάποτε αδυνατούλικο τρελοκόριτσο, τώρα με διαμονή στην Αμερική, πρόσφατα μετά από αναπολήσεις στο παρελθόν, συναισθάνθηκε την ανάγκη να μοιραστεί τον πόνο της…

Μέσω τηλεφωνικής συνδιάλεξης μου αφηγήθηκε από μακριά - με τη γλώσσα της ψυχής - ένα συνταρακτικό περιστατικό που σχετίζεται με οδύνη.

Έχει μπροστά στα μάτια της, καθώς μιλάει με σπασμένη από συγκίνηση φωνή, ζωντανή την εικόνα των δύο σκοτωμένων αδελφών:

Του Γρηγόρη και του Σάββα Νίκου, που βρήκαν τραγικό θάνατο…

…Παίζοντας με χειροβομβίδα πολέμου, παρατημένη σ’ ερείπια σπιτιού.

Το χωριό τότε σπάραξε κυριολεκτικά…

Πάγωσε ολόκληρο…

Τα δύο νεκρά σώματα, τυλιγμένα σε νάιλον, για τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο μην τυχόν και σωζόταν, είναι η πιο θλιβερή εικόνα.

Χαραγμένη βαθιά στη μνήμη όλου του χωριού.  

Ο κόσμος πικραμένος, ταραγμένος σύγκορμα… συνόδεψε δύο κόκκινα φέρετρα

- το ‘να μετά τ’ άλλο -

με δύο σωρούς αδελφών, στην τελευταία κατοικία.

Πώς άντεξε και δεν έσπασε, δεν ξεριζώθηκε από μέσα της τότε η καρδιά των απαρηγόρητων γονέων, περίεργο...!

Η Νέτα μικρούλα τότε - τρίτη Δημοτικού - καθόταν με το Γρηγόρη σε ίδιο θρανίο.

Την επόμενη, που απουσίασε το φιλαράκι της από την τάξη και συνειδητοποίησε ότι δεν θα το δει πια ποτέ, ένιωσε μέσα της να πονάει η ψυχούλα της.

Θυμάται το λόγο που κυκλοφόρησε στο χωριό, μετά απ’ το τραγικό γεγονός.

Την απόφαση της θείας - Λεύκως - νέα ακόμα σε ηλικία - ότι θα βάλει ξανά στον τόπο τα δυο βλαστάρια της που χάθηκαν.

Όπως κι έγινε…

Κι η μικρή Νέτα χάρηκε αφάνταστα, μαζί μ’ όλο το χωριό…

Όμως… εντωμεταξύ… το συγκλονιστικό περιστατικό, δεν ξεκολλάει με τίποτε απ’ το μυαλό της…

Την έχει πάρει καταπόδι,

την συνοδεύει ακόμα και στην Αμερική…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

21/03/2015

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΘΕΟ

(Κείμενο γραμμένο πριν από μερικά χρόνια, σε πρόθυρα προεκλογικής εκστρατείας)

Αισθάνομαι εξοργισμένος με τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία του Έλληνα σε περίοδο εκλογικών αναμετρήσεων.

Του τα ρίχνει ο Νίκος Δήμου στο ψαχνό. 

Τζόγο αποκαλεί τις  εκλογές - αγαπημένο παιχνίδι του Έλληνα.

«Δώσε στον Έλληνα εκλογές - γράφει - και πάρε του την ψυχή… Ξεχνάει να φάει, ξεχνάει να κοιμηθεί, και - αλίμονο - ξεχνάει να δουλέψει.

Δεν βγάζει λεφτά, μόνο ξοδεύει. Αλλά κι όταν χάνει, πιστεύει πως τελικά κερδίζει …

… Σε λίγο ο τόπος αυτός θα παράγει μόνο ψηφοδέλτια και υποψηφίους».

Τα τηλεοπτικά παράθυρα και οι στήλες εφημερίδων τούτη την περίοδο σε ζαλίζουν ακόμα περισσότερο - ευκαιρία είναι - με τη φοροδιαφυγή, με τ’ άδεια ταμεία - την καμένη γη, με τη διαφθορά και τη διαπλοκή, με την κυβερνητική σπατάλη - με τα απανωτά σκάνδαλα των πολιτικών …

- Ο Καραμανλής «καθάρισε» τη λίστα των υποψηφίων βουλευτών από τους απατεώνες του Βατοπεδίου, χωρίς να παραδεχτεί ποτέ το σκάνδαλο.

Ο Παπανδρέου. «αποκεφάλισε» όσους τσεπώθηκαν από τη Siemens, χωρίς να βάλει - απολύτως κανέναν - στο σκαμνί του ενόχου -.

Κανένα κόμμα δεν πείθει - όλα είναι βουτηγμένα στη βρωμιά. Κι όμως, στις εκλογές κάποιο θα βγει πρώτο.

Θα πάρει εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση. Ή από μόνο του ή σε συνεργασία με άλλο κόμμα.

- Δεν θα μείνει ο τόπος ακυβέρνητος -.

Για να διαχειριστεί «καλύτερα», βάσει συγκεκριμένου «κομματικού προγράμματος», τα λεφτά του δημοσίου.

Τα κόμματα προσπαθούν να επιλέξουν για υποψηφίους βουλευτές, πρόσωπα που αρέσουν στον κόσμο. Για ν' ανεβάσουν το εκλογικό ποσοστό τους. Διείσδυσαν και σε μαντρί μεταναστών με νωπή ελληνική  ιθαγένεια.

Συμπεριέλαβαν πρόσωπα κι απ’ το χώρο μας.

Κάποια που δεν τους ζαλίζουν με προτάσεις για την επίλυση των διαφόρων ζητημάτων μας και κυρίως του Βορειοηπειρωτικού, που ξεπουλήθηκε το ’12, - να καεί το ’12, λέει ο ποιητής - το ’14, το ’40, το ’44, το ΄90 και συνεχίζει να ξεπουλιέται - σε τιμή ξεφτίλας - και σήμερα.

Τους κλείνουν το στόμα με υποσχέσεις και θέσεις για κονόμα. Για λεφτά που δεν έχουν Θεό, αλλά έχουν αφεντικό!

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
19/03/2015


Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

«ΠΟΣΟ ΔΙΚΙΟ ΕΙΧΕ Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ…!!!»

Ένα κείμενο γραμμένο με ειλικρίνεια, με περίσσια ευαισθησία και πάθος, που σου λέει την πραγματικότητα, την πικρή αλήθεια, βασισμένο σε χειροπιαστά στοιχεία, δεν μπορεί να μην σε πειράξει.

Σου ξύνει νωπή πληγή.

Σου προκαλεί συγκίνηση, σε βάζει σε συλλογισμό.

Ο Demetrios Tsoumbanos, διαβάζοντας την περιγραφή για τα χαμένα χωριά μας σε καιρό κιόλας δημοκρατίας, «Δεν έχουμε ποιος να μας θάψει τους νεκρούς»,  έφερε για μια στιγμή στη μνήμη του τη διορατικότητα ενός παθιασμένου Μητροπολίτη, που έκλαιγε η ψυχή του για τ’ Άγια χώματα πέρα απ’ το σύνορο κι έκανε ένα γλαφυρό σχόλιο…

Το οποίο, για να μην περάσει απαρατήρητο - για να του δώσω την έμφαση που του αρμόζει - επέλεξα να κάνω ξεχωριστή ανάρτηση.

Προσέξτε πόσο δυνατά τα λέει ο φίλος μας, ο Demetrios, από τη Βοστόνη:

«Αγαπητέ μου Γιώργο!

Με αυτό το κείμενο μου θύμησες τον Μακαριότατο Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης, τον αξέχαστο Σεβαστιανό, που όταν ο Ραμίζ Αλίαϊ άνοιξε τα σύνορα το 1991, μου τηλεφώνησε και μου είπε:

«Demetri, σήμερα χάσαμε για καλά τη Βόρεια Ήπειρο. Ο Ραμίζ Αλίαϊ είναι πιο έξυπνος από το Χότζα.

Άνοιξε τα σύνορα και φοβάμαι ότι θα αδειάσει η Βόρειος Ήπειρός, αλλά και όλη η Αλβανία από τους δικούς  μας, αλλά και από κακούς Αλβανούς από τις φυλακές, που θα έρθουνε στην Ελλάδα για να δουλέψουνε.

Πρέπει όλοι μας να βοηθήσουμε, να κρατήσουμε τους νέους κοντά στα σύνορα, για να μπορούν να γυρίζουν στα χωριά τους, να τα κρατήσουμε ζωντανά!

Η Βόρειος Ήπειρος χωρίς κόσμο και νεολαία, είναι πεθαμένη!!!»

Πόσο δίκιο είχε ο καημένος…».


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

18/03/2015

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΠΕΙ ΠΡΟΩΡΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ…

(Στο αδικοχαμένο παλικάρι, Βαγγέλη ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗ)

Σκοτωμένη η μέρα σήμερα απ’ τα χαράματα...

Έτοιμη να δακρύσει κι αυτή για το κομμένο τριαντάφυλλο.  

Όχι άλλος θρήνος πια, όχι άλλο δάκρυ…!

Ευαισθησία θέλουμε…

Η πολιτεία, η κοινωνία να ξυπνήσει!

Η δικαιοσύνη να τιμωρεί, που δεν τιμωρεί.

Ν’ αφοπλίζει χέρι δολοφόνου. Να προλαβαίνει το κακό…!

… Για να μην κοπεί πρόωρα και μαραθεί κι άλλο τριαντάφυλλο.

Όλοι μας, ποιος ολίγο ποιος πολύ, είμαστε συνένοχοι στο έγκλημα, με τη σιωπή μπροστά στ’ απάνθρωπα φαινόμενα.

Δεν τ’ αντικρούμε…

Οδηγούμαστε στη ζωή από την λανθασμένη προκατάληψη:

«Δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα…».

Όλοι μας αδιαφορούμε…

Ενώ το τριαντάφυλλο μαράθηκε, το παλικάρι έφυγε… δεν άντεξε…βρέθηκε νεκρό μέσα σε βάτα…, εκ των υστέρων … σκεπτόμαστε «αν μπορούσε να σωθεί».

Θεσμικές απαντήσεις... δεν θα υπάρχουν. Αφετηρία γι’ αλλαγή... δεν βλέπω πουθενά….  η πολιτεία ν’ ανασυνταχθεί… δεν το πιστεύω…

Ετούτο το σύστημα αδιαφορεί για το θάνατο. Αφού το ίδιο προκαλεί το θάνατο...

Λείπει η παραδειγματική τιμωρία..., παροτρύνεται διαρκώς ο φόβος που σκοτώνει…,

Η συμμορία των δολοφόνων, που στέλνει Βαγγέληδες στον άλλο κόσμο, που κόβει, μαδάει και πετάει τριαντάφυλλα..., είναι ελεύθερη και μεγαλώνει…

Τα θετικά παραδείγματα έχουν εκλείψει.

Η κοινωνία αποκτάει αρνητικά φαινόμενα, συμμορίες που προκαλούν εφιάλτη, με περίεργη ταχύτητα. Όσο θα παραμένει βουβή, θα υποφέρει…

Ως πότε η ψυχραιμία απέναντι της βίας;!

Είναι περίεργο…, αν δεν μπορείς, σε βοηθάει ετούτο σύστημα ν’ αυτοκτονήσεις…

Δεν βλέπεται τι γίνεται… πάνω στην κρίση;!

Ψυχοσωματικός εκφοβισμός από ένα ολόκληρο σάπιο σύστημα, σ’ έναν ολόκληρο αθώο λαό…

… Θα φύγουν κι άλλοι Βαγγέληδες, δυστυχώς…, θα κοπούν κι άλλα νήματα ζωής, θα κοπούν κι άλλα τριαντάφυλλα…

...Αλίμονο ποιος έχει τη σειρά…!!!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

17/03/2015

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

ΑΡΙΣΤΟ ΚΙ ΟΧΙ ΑΡΕΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΓΙΑ ΔΗΜΑΡΧΟ!

…Ασφαλώς κι είναι ιστορικό το γεγονός. 

Αφού για πρώτη φορά, θα έχουμε Δήμαρχο στον τόπο μας…

Θ’ αναφερόμαστε στο γεγονός αυτό με περηφάνια αργότερα.

Αν εκλέξουμε ασφαλώς μ’ ελεύθερο, ξάστερο μυαλό ευρωπαίου πολίτη…για δήμαρχο το κατάλληλο πρόσωπο.

Τον άριστο.

Όχι τον αρεστό του στενού περιβάλλοντος που σκέφτεται στενά. Και προδικάζει προκατειλημμένα, συμφεροντολογικά, ανώμαλα…

Η θέση του Δήμαρχου δεν είναι για μισθό, για βόλεμα.

Για εξασφάλιση μεροκάματου σ’ άνεργο φούρναρη, σε κουρασμένο μυλωνά, σ’ άτομα ξεκομμένα απ’ την κοινωνία μας…

Είναι θέση για προσφορά - οχυρό αγωνιστή, για να δώσει σκληρή μάχη…  

Για να είμαι συγκεκριμένος - δεν συνηθίζω να περιττολογώ - θα σας πω τι έχω στο νου μου ως πρότυπο.

Φαντάζομε το Δήμαρχο μ’ ανάστημα, Άλκη Πούλη.

Μ’ αρετές:

Να είναι πατριώτης, ικανός επιστήμονας, αντιστασιακός, ρήτορας, με άποψη, οραματιστής που να ξέρει πού σε πάει…

Με βασικό προτέρημα:

Να μην σε πουλάει…, να ξεπουλάει φτηνά τον τόπο σου...

Αλλά… τους Άλκηδες η Παρέα της Άρπας, δεν θέλει να τους δει ούτε ζωγραφιστούς. 

Τους τρέμει, γιατί της βγάζουν στα φόρα τα λερωμένα τ’ άπλυτα…   

Ακούμε για τις ζυμώσεις από ΚΕΑΔ και L.S.I., που παλεύουν από κοινού να «επιλέξουν» πρόσωπα κοινής αποδοχής και μας πιάνει πανικός.

Ο «πατριώτης» Ντούλες, από τη μια μεριά κι ο «προδότης»  Τάβος από την άλλη - οι διασπαστές του κόσμου μας, του τόπου μας - κάθονται τώρα, είναι να γελάς - σ’ ένα τραπέζι και συνεργάζονται.

Πάνω σε ποια βάση στηρίζουν την σημερινή συνεργασία τους; Τι τάχα  άλλαξε από πριν;

Άλλαξαν μόνο τα συμφέροντά τους.  Άλλαξε, όμως προς το χειρότερο, φοβερά και η κατάσταση στον τόπο μας.

Που δυστυχώς, συνέβαλαν με την πολιτική τους συμπεριφορά και οι δύο.

Η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, που αποφασίζει - βγάζει Βουλευτή, Δήμαρχο… - είμαστε εμείς του εξωτερικού.

Ανενημέρωτοι, ξεγελασμένοι… κατεβαίνουμε και ψηφίζουμε ανεύθυνα μια Κυριακή…και φεύγουμε…

Παρατούμε την ίδια μέρα το χωριό…

Μετά με ποιο δικαίωμα και ποιανού ζητάμε υπεύθυνη στάση, αν καθ’ όλη τη διάρκεια της βουλευτικής θητείας, δεν ανταποκρίνεται ο εκλεκτός μας στις υποχρεώσεις του;!

Ακούω και αγαναχτώ, γίνομε έξαλλος ότι…βρέξει - χιονίσει και σ’ αυτές τις εκλογές, θα έχουμε σίγουρα αντάρτες.

Από τη νομή των πρώην έπαρχων…

Ο ένας με βέτο άρχοντα κι άλλος με τα ξερά μυαλά που κουβαλάει…

Έπονται εξελίξεις, που θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι…
 

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
15/03/2015




  

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

ΚΑΝΕ ΤΟ ΚΑΛΟ, ΡΙΞ’ ΤΟ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ…

Οι συχνές επαφές με φίλους κι αγαπημένα πρόσωπα, είναι η ευχάριστη προτίμηση κι επιλογή του Προκόπη Κυριάκη και της Δέσποινας.

Είναι τρόπος δραπέτευσης από την μοναξιά…

Αφού ανταποκρίνεσαι στην πρόσκληση, να τους επισκεφτείς στο σπίτι, τους τρώει το μεράκι για το πώς θα σε υποδεχτούν…

Πώς θα σε ικανοποιήσουν όσο το δυνατό καλύτερα…

Χωρίς προϊδέαση η κουβέντα - στο πλούσιο τραπέζι στρωμένο μ’ αγάπη κι αγαθά - επικεντρώθηκε στη φιλοξενία.

Φέραμε στο νου διάφορα γεγονότα:

«Το δυαράκι μας στους Αγίους Σαράντα - λέει ο Προκόπης - συνέχεια  φιλοξενούσε κόσμο.

Ένα βράδυ χώρεσε 12 άτομα. Στο δίμηνο, που είχα στην πόλη και τη μάνα μου, όταν έμεινε μια φορά άδειο το διπλανό της κρεβάτι, μου λέει:

- Μόνη μου θα κοιμηθώ! Δεν θα έχουμε φίλο απόψε;!

Στα Τίρανα ξανά τα ίδια…

«Διαβαίναμε αργά τη νύχτα με τη Δέσποινα απ’ το πάρκο κάτω από τ’ άγαλμα του Σκεντέρμπεη.

Έριχνε ψιλή βροχή κι έκανε ψύχρα.

Ήταν μεσοχείμωνο.

Σε παγκάκι μέσα στο σκοτάδι διακρίνουμε δύο άτομα να συνομιλούν σιγανά. Τα ελληνικά τους μας σταμάτησαν…

Τους πλησιάσουμε για να δούμε τι τρέχει.

Ήταν πατέρας και γιος, από τα χωριά μας. Αφού δεν μπόρεσαν να βρουν φτηνό ξενοδοχείο, οι κακόμοιροι είχαν αποφασίσει να βγάλουν τη νύχτα στο παγκάκι…

Την επόμενη θα επισκεπτόταν το νοσοκομείο.

Χωρίς δεύτερο λόγο, τους πήραμε στο μοναδικό μας δωμάτιο κι εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε μαζί…»

… Στην πόλη των Αγίων Σαράντα η Δέσποινα, δούλευε σε φούρνο. Πωλούσε καθάριο ψωμί, όταν το χωριό έτρωγε μπομπότα…

Έλεγε στους Βουρκάρηδες, παρόλο που η διαταγή ήταν στο χωριάτη να μην δώσει ψωμί:

«Ένας - ένας μπείτε στο φούρνο, μπουλούκι μου κάνετε ζημιά…!».

Της έκαναν επανειλημμένα παρατήρηση, για να πειθαρχήσει, αλλά… η Δέσποινα δεν μπορούσε ν’ αλλάξει…

Αφού δεν άλλαζε αυτή, της έκαναν το άλλο: Την πήγαν από το κέντρο, σε φούρνο στην άκρη της πόλης.

Για να την ξεκόψουν απ’ το χωριάτη…

… Πλάι από το φούρνο ήταν το σχολείο. Όταν η Δέσποινα έβλεπε ορισμένα παιδιά, που στο μεγάλο διάλειμμα δεν είχαν κολατσιό, πονούσε η ψυχή της.

Τότε έκανε μια πράξη:

Έκοβε σε φέτες ένα ψωμί, συνόδευε τις μερίδες με λίγο τυρί και τις μοίραζε με στοργή μάνας στα φτωχά παιδιά…

Κάθε μεγάλο διάλειμμα αυτή η δουλειά…

Βοηθά όσο μπορεί, ακόμα και σήμερα τον αδύναμο, χωρίς κανένα αντίκρισμα, το ζεύγος Κυριάκη.

Κι ας συναντά - αραιά και που - την αχαριστία.

Δεν πειράζει…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
14/03/2015

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΓΕΛΑΕΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ...

Πρόλογος στις επαναστατικές σελίδες «ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ» του Γιάννη ΛΙΛΛΗ

Διπλή η υποχρέωση μου, συνάμα και η συγκίνηση, καθώς τυγχάνει να επιμεληθώ και σχολιάσω το οδοιπορικό αφήγημα «Στα μεθυσμένα Βαλκάνια» του πεζογράφου, Γιάννη Λίλλη. Είναι συχωριανός μου και ταλαντούχος πεζογράφος. Έχει τη δική του πένα. Τη δική του φλέβα.
Μετά το ’91, τυχαία, ξεφυλλίζοντας το λεύκωμα «Η Δρόπολις Βορείου Ηπείρου», έπεσα πάνω σε ποιήματα και στο συγκλονιστικό διήγημα: «Το καλαμπόκι του αγά». Μελετώντας τον ποιητικό και πεζό λόγο - όσο ελάχιστον κι αν βρήκα - ανακάλυψα ασάλευτη έμπνευση πετυχημένου λογοτέχνη.
     Νωρίτερα ήταν παρατημένος. Κανείς δεν ανάφερε ακόμα ούτε το όνομά του. Απαγορευόταν κάθε θετικό σχόλιο για το «θιγμένο» Γιάννη Λίλλη (Καραλή). Το πρώην καθεστώς, που συνήθως σκότωνε σπουδαία μυαλά, κηλίδωνε ωραία πρόσωπα, μας έκανε πλύση εγκεφάλου. Μας επέβαλε να βλέπαμε και το Γιάννη μ' άλλο μάτι.
Από το ξεκίνημα κιόλας, η αφηγηματική περιγραφή - βίωμα του ίδιου του συγγραφέα, η ραχοκοκαλιά του έργου, είναι η ίδια η ζωή του, ο αγώνας του - σου δίνει να καταλάβεις τη σφιχτοδεμένη παρουσία μιας ευαί­σθητης ψυχής. Την πένα που αφήνει ανεξίτηλα ίχνη πάνω σε χαρτί: «Γκρίζα βουνά, άγριες κορφές με το σταχτί στείρο χρώμα πάνω τους...».
Συχνά γράφει την πολυπόθητη λέξη «λευτεριά». Η καρδιά του φλέγεται από τη στέρησή της. Μέσα από τις επαναστατικές σελίδες διαπιστώνεις τη λεπτή παρα­τηρητικότητα του συγγραφέα. Το δυνατό ανθρώπινο συναίσθημα.
Σεργιανάει σχεδόν όλα τα Βαλκάνια. Δεν τα περιγράφει. Τα ζωγραφίζει πειστικά. Με απόλυτη ειλικρινά. Βουτάει το πινέλο του σε έντονα χρώματα εποχής πολεμικού.
Είναι πράγματι τεχνίτης της αναπαράστασης.
Συναντάς δύο ειδικότητες στην πένα του. Αυτή του συγγραφέα και του δημοσιογράφου. Πρωτότυπη, δυ­νατή η περιγραφή του. Διαβάζοντας: «Βουνά κι αμέσως κάμποι, ποτάμια, απότομα ξερολίθαρα κι εκεί που ποτέ σου δεν το περίμενες, λίμνες, θάλασσα», νιώθεις σαν να σου ακουμπάει πάνω στην απαλάμη  ολόκληρο τοπίο.
Περιγράφει με περίσσιο πάθος. Με μεγάλη αγάπη. Ρίχνει γέφυρες. Δεν χωρίζει. Όλους τους λαούς των Βαλκανίων τους βλέπει σαν έναν. «Χώρες τρικυμισμέ­νες, χώμα που ρούφηξε ακατάπαυτα το αίμα των παιδιών του για το αθάνατο ιδανικό της λευτεριάς...».
Είναι συναισθηματικές οι αναλύσεις για το τι χωρίζει κι ενώνει τους λαούς.
Μισεί τον Αχμέτ Ζώγκου, το Μουσολίνι. Τα ξανθιά αγρίμια των γερμανικών δρυμών...
Για να ξεφύγει τα φουσκωμένα όνειρα, την απατηλή πραγματικότητα ο φτωχούλης του Θεού που κατέβαζε μια φασουλάδα στην κοιλιά είτε μ' ένα ζεστό κομμάτι στη τσέπη να το κυλάει κλέφτικα στο στομάχι, όλο διαβάζει Γκόρκι, Χάμσουν. Αναφέρεται και σε άλλα ονόματα γνωστών συγγραφέων. Ξένων κι Αλβανών. Ο Γιάννης Λίλλης είναι πολυδιαβασμένος διανοούμενος.
Παραδέχεται ντόμπρα τις σοσιαλιστικές θεωρίες που ασπάζεται. Τις προοδευτικές ιδέες εκείνου του καιρού, που έχουν κατακλύσει τη σκέψη του.
Από την Αθήνα ξεκινάει το ταξίδι του. Λέει με περίσσιο πόνο στη μεγαλούπολη, που την αποχωρίζε­ται: «Χάθηκες πίσω μου Αθήνα για να γυρίσεις ολόκληρη μέσα μου». Περιττός ο κάθε σχολιασμός κι η κάθε ψυχανάλυση γι' αυτή τη φράση.
Βλέπει στη Σκόδρα, μια λίμνη μοιρασμένη. Γελάει με το μοίρασμα. Γελάει με το σύνορο. Αισθάνεται πάνω στο σύνορο σαν ξένος στον αφαλό δύο ξένων κρατών. «Όσο με κάνουν δικό τους οι λαοί, τόσο με αποξενώνουν τα κράτη...», γράφει. Σαν να προμηνούσε από τότε την Ευρώπη χωρίς σύνορα. Την Ενωμένη Ευρώπη.
Αναλύει το λαό της ίδιας χώρας, της ίδιας πόλης, που τον χωρίζει η θρησκεία. Οι δύο εκπρόσωποι των θρησκειών του φαίνονται σαν δύο αδέρφια που χώρισαν τους λαούς. Που μοίρασαν φιλικά τα ιδεολο­γικά τους συμφέροντα. Συμπεράνει: Οι θρησκείες δεν αλλάζουν το αίμα.
Περιγράφει τη φτώχια ως το γόνα. Λυπάται το μαλεσόρο, το γκέκα, που πάει στην αγορά για ν’ αγοράσει τ' αλάτι του σπιτιού και λίγο χοντρό πανί για πουκάμισο. Με τα τσαρούχια που ράβει μόνος του από γουρουνόδερμα και το ποτούρι του μικρό, στενό. Ως εκεί που δεν πάει.
Η άθλια κατάσταση αυτού του τόπου του σκοτώνει την ψυχή.
Απέραντη συμπάθεια απλώνεται μέσα του για τον συνάνθρωπο. Ποθεί να πιάσει σαν από το χέρι το βορινό αυτό μουζίκο. Να τον σκουντήσει. Να του δείξει το δρόμο του λυτρωμού.
Είναι αγωνιστής. Στην πρώτη γραμμή. Διοικητής διμοιρίας: «Το βράδυ πιάσαμε θέση στα υψώματα του Δυρραχίου. Οι δύο διμοιρίες μου με κυκλώνουν για να πάρουν τις τελευταίες διαταγές». Και πιο κάτω: «-Κύριε διοικητά, πρέπει να πάτε πίσω μας! Την πρώτη σφαίρα δεν πρέπει να τη φάτε σεις! Είσθε ο αξιωμα­τικός μας κι η πατρίδα έχει μεγαλύτερη ανάγκη από σας!».
Ενώ ο λαός αντιστέκεται, πάει να δημιουργήσει με τις θυσίες του το είκοσι ένα, «ο βασιλιάς αδειάζει τα ταμεία, ετοιμάζει τις βαλίτσες για το προδοτικό του ταξίδι». Η 7 του Απρίλη βάφτηκε με αίμα.
Πέρασμα από Αλβανία σε Σερβία, σε Σκόπια, σε Ελλάδα. Και ξανά επιστροφή σε Αλβανία. Όμως αυτή τη φορά για να συλληφθεί στην Κακαβιά. Να φυλα­κιστεί ο μάχιμος συγγραφέας. Να συρθεί σε κελιά. Αγίων Σαράντα, Τιράνων...σαν Έλληνας κατάσκοπος... σαν...
Ενώ βρίσκεται στα Γιάννενα, με την περιγραφή του σε στέλνει στα διάφορα μέρη των βαλκανικών χωρών που επισκέφτηκε πρόσφατα. Στη φαντασία σου προ­σπαθεί να τα σμίξει σε ένα: «Απλώνω ακόμα νοσταλγικά τις σκέψεις μου στη μισοανατολίτικη ατμόσφαιρα της ηπειρωτικής πόλης. Πλανιέμαι στα στενά της κι είναι στιγμές που πιστεύω ότι χώνομαι κλέφτικα σε κάποιο μαχαλά της Σκόδρας, στα πνιγηρά σοκάκια των Τιράνων. Πόσο μοιάζει ο Κουραμπάς με το μικρό κήπο που σεργιάνισα λίγες ώρες στα Σκόπια κι αυτός ο δρόμος που 'χω τώρα μπροστά μου, δεν μπορεί να ’ ναι άλλος από εκείνον που μ' έμπασε στα πρώτα χαμηλόσπιτα του Μοναστηριού».
Παρουσιάζουμε με ικανοποίηση κι άλλα κομμάτια από το βιβλίο. Αφορούν την παρουσία του συγγραφέα στην Κορυτσά: «Σε πολλά σπίτια άκουσα καθάρια την ελληνική γλώσσα κι έξω σπάνια να κλέψει τ' αυτί μου μια ελληνική λέξη... Να πιστέψω ότι τη νύχτα η πόλη είναι ελληνική και την ημέρα αλβανική; Δεν ξέρω. Αλλά τούτη η μορφή της δε μου φαίνεται άγνωστη. Οι πολιτείες δεν έχουν απάνω τους την εθνικότητα, αλλ' όπως βλέπω τα σπίτια, τους δρόμους, τους ανθρώπους ακόμα της Κορυτσάς, μου φαίνονται τόσο γνώριμοι». Λέει τόσα πολλά. Κι επινοεί ακόμα περισσότερα. Μόνον με λίγες φράσεις.
Προσέξτε παρακάτω πόσο ταυτίζεται με τη σημερι­νή κατάσταση των Βαλκανίων η προχωρημένη σκέψη του: «Ζητώ τις ψυχικές αντιθέσεις, τις μεγάλες διαφο­ρές που χώρισαν αυτούς τους λαούς (τους Βαλκανι­κούς) σε ιδιαίτερα κράτη, φυτεύοντας μέσα τους το μίσος και το έγκλημα».
Δεν τρέφει μέσα του κανένα είδος εθνικιστικού φανατισμού. Γράφει: «Από χρόνια τώρα οι λαοί μέσα μου δεν δημιούργησαν ξέχωρη συμπάθεια και τους εκτιμούσα ανάλογα με την πνευματική τους στάθμη».
Μιλάει για ήθη κι έθιμα. Για φιλοξενία: Τe tan robt e mi jane sherbetoret e tu (όλοι οι σκλάβοι μου είναι υπηρέτες σου), «όλο το σπίτι είναι δικό σου», «νια γυναίκα να μας βοηθάει να βγάλουμε τα παπούτσια», «το ρακί δεν λέει να σηκωθεί από μπροστά μας», «είκοσι κεφάλια και διπλάσια χέρια, σκυμμένα με κατάνυξη περίμεναν ν’ αρχίσει η λειτουργία του καθυστερημένου δείπνου». Περιποιούνταν ακόμα και τα άλογα. Τα πότιζαν, τα τάιζαν. Ο φιλοξενούμενος δεν αποχτούσε μονάχα δικαίωμα στις γυναίκες, αλλά το σπίτι αυτό θεωρούσε μεγάλη τιμή να κοιμηθεί μαζί τους. Η άρνηση δημιουργούσε ακόμα και έχτρα.
Μιλάει για τη βεντέτα. Για το αίμα, για την εκδίκηση. «...κι όταν σωθούν από ένα σπίτι οι άντρες, συνεχίζουν το καθήκον οι γυναίκες». Πέρασε σε μέρη που δεν μιλάν οι άνθρωποι, μα το ντουφέκι. Που σου λένε: «Έτσι το 'χουμε εμείς στα μέρη μας…».
Μετρώντας τον παλμό των Βαλκανίων καταστάλα­ξε στο συμπέρασμα, που είναι νωπό, επίκαιρο: «Αυτή είναι η μοίρα του βαλκανικού κόσμου που αιώνες τώρα δεν όρισε ποτέ μοναχός την τύχη του».
Στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης συνοδοιπόρο έχει το Ρώσο συνταγματάρχη. Που όταν τον πρωτο­γνώρισε στη Σκόδρα, τον αποκάλεσε «ξένο που δεν είχε καμιά συγγένεια με τη βαλκανική ψυχή... σαράντα τόσα χρόνια στον τόπο του και κάνα δεκαριά μονάχα σε τούτα τα κατσάβραχα. Η διάπλατη σκέψη του πώς βολεύτηκε τόσο γρήγορα με τη ντόπια κατήφεια, μου φαίνεται πολύ δύσκολο να το καταλάβω. Το συμφέρον τάχα ν' αλλάζει τόσο βιαστικά την πατρίδα;». Μετά, ενώ τον έζησε έντονα, γράφει γι' αυτόν και τον εαυτό του: «Τώρα πιότερο αισθάνομαι πως αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ξένος σε μένα. Ας είναι αυτός από τη Ρωσία, ας είμαι εγώ Έλληνας. Ας ζούμε και οι δύο στην απειλητική φύση μιας ξένης χώρας. Παιδιά της γης που δεν έχει σύνορα, είμαστε έτοιμοι να θυσιαστούμε ο ένας για τον άλλον».
Είναι πολλά τα σημεία, που εκφράζει το βαθύ συναίσθημα που είναι Έλληνας. Στη Σκόδρα, στα Τίρανα, στη Σερβία, στη φυλακή... Αισθάνεται υπερή­φανος και τυχερός.
Επικοινωνεί με τον αναγνώστη στο πρώτο πρόσω­πο. Για να τον φέρει πιο κοντά. Να τον μπάσει καλύτερα μέσα στην ιστορία του. Στον αγώνα του.
Περιγραφές, που τις ζηλεύομε κι εμείς τώρα, μετά από τόσα χρόνια. «Η πόλη κουρασμένη, ξαπλώθηκε λες μπρούμυτα στον άχαρο κάμπο και κρύβει το πρόσωπο της από περασμένες αμαρτίες». Σαν να 'ναι ανθρώπινη ύπαρξη. Να δέρνει μέσα της ψυχή.
Τα Τίρανα τα συγκρίνει μ' ένα μεγάλο χωριό, «που ανέλαβε  έτσι βιαστικά τα βαριά καθήκοντα της πρωτεύουσας. Μ' έναν κόσμο που ο άρχοντάς του, λέει για το βασιλιά Ζώγκου, υπέγραψε να τον παραδώσει στο θάνατο».
Τα πάντα γύρω του τα συγκρίνει με το μοναδικό σημείο αναφοράς: τον τόπο του. Το φρούριο Ροζάφα το συγκρίνει με ιλλυρική ακρόπολη της Σκόδρας, τα στενά δρομάκια των Τιράνων ή Μοναστηριού με αυτά των Γιαννίνων...
Καιρός που η Ιταλία έταζε στην Αλβανία τα Γιάννενα και την Πρέβεζα. Χώρισε με την προπα­γάνδα της, με τα μίση δύο αδελφούς λαούς. Όταν φίλος του συγγραφέα, ο ιστορικός Πέπο έλεγε: «Είμαστε Αλβανοί, αλλά για την Ελλάδα είμαι έτοιμος να χύσω το αίμα μου. Είναι η δεύτερη πατρίδα μου».
Όμως το κακό είναι ότι μπήκαν στη μέση οι φανατισμοί και τα συμφέροντα. «Ο ένας λαός έγιναν δύο και η γκρίνια που έσπειραν ανάμεσα τους οι μεγάλοι, έδωσε πλούσια «βλάστηση» ως τα χρόνια μας. Μολαταύτα η Ελλάδα δεν έπαυε να θρέφει πνευματικά την Αλβανία. Και η ελληνική γλώσσα ομιλείται και στα τουρκικά σαλόνια ακόμα, όπως μιλάει γαλλικά το Κολωνάκι....
Το ίδιο συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Σαν να 'ναι προφήτης ο Γιάννης Λίλλης. Τα Βαλκάνια παραμένουν μπαρουταποθήκη. Έτοιμη να εκραγεί.
Τετριμμένη η γλώσσα του έργου. Είναι αυτή της καθημερινής επαφής των ανθρώπων μας. Κατανοητή και γεμάτη ζωντάνια.
«Κάποιος φόνος πάλε», γράφει. Όχι πάλι. «Άξαφνα» λέει. Όχι ξαφνικά. Χρησιμοποιεί τη λέξη «αχαμνά» στη θέση της λέξης «αδύνατα». Του αρέσει να προφέρει τη λέξη «σκιάζει» παρά τη «φοβίζει». Αγαπάει τον τόπο του, τη γλώσσα των δικών του ανθρώπων. Των Δροπολιτών. Των Βορειοηπειρωτών.
Η ποιότητα του λόγου του με συνάρπαξε. Μ’ έβαλε στα μυστικά της τέχνης του.
Μην ξεχνάμε. Υπάρχουν και άλλα έργα του. Πού θα παν. Θα βρεθούν κι αυτά τα έργα του Γιάννη Λίλλη. Θα τραβήξουμε τη σκόνη από πάνω τους. Θα τα φροντίσουμε, θα τα επιμεληθούμε. Είναι χρέος μας.
Πάνω στο πιεστήριο τώρα βρίσκεται η πραγματεία του «Η Λιούντζη του Αργυρόκαστρου. Ιστορία - Λα­ογραφία».

                                                                                                                            Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ

Παρόλο που κοντεύει τα 80, άμα χτυπήσει πελάτης την πόρτα του, δεν του χαλάει χατίρι.

Ο Γιώργος Καραντζάς κάθεται και του φτιάχνει το σαμάρι.

Σκαλίζει το ξύλο για το σκελετό, φτιάχνει το σαμαροσκούτι…  

«Την τέχνη του σαμαρτζή - λέει - σαν Καρατζαίοι, την πήραμε από τον παπό - Λάμπη, που την έκλεψε από καλό σαμαρτζή του Μπερατιού.

Δουλεύοντας σ’ αυτόν σαν τσιράκι.

Έλεγε ο δεξιοτέχνης:

«Το σαμάρι είναι σαν το ρούχο στον άνθρωπο. Πρέπει να εφαρμόζει τέλεια στο σώμα…

Το πετυχαίνεις αυτό μόνο όταν μετράς καλά το λαιμό και το πίσω μέρος του ζωντανού, καθώς και το μάκρος του με το ρούπι… ».

Έδωσε το επάγγελμα ο Λάμπης μετά και στο Σωτήρη, στο Θοδωρή…

Στην πορεία έγιναν εφτά Καραντζαίοι σαμαρτζήδες, αντί των δώδεκα, που είχε συνολικά η Δερβιτσάνη.

Μέσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Μήνος Λίλλης - Μπιντίνης, που τα ‘χε μπιτισμένα. Όσα έβγαζε από τα σαμάρια, τα γύριζε σε κέφια και σε ποτά.

Περνούσε τη ζωή του φίνα…

«Από τα 60 χρόνια σαμαρτζής, τα 45 τα μετράω στα Σωφράτικα - ομολογεί ο Γιώργος.

Η κάθε πόλη τότε είχε τα σαμαράδικά της.

Τ’ Αργυρόκαστρο το ’52 - στο ξεκίνημά μου - αριθμούσε 17.  Σκόρπια ήταν όλα, άλλα στο Βαρόσι, άλλα στο Χάνι του Σταύρου κι ορισμένα κάτω απ’ το Κάστρο, για να ‘πιαναν το Δροπολίτη, που περνούσε με τα ζώα του από κει κι έβγαινε στην αγορά.

Περισσότερο - λέει - δούλεψα με τους Λιμποχοβινούς και τους Νεπραβιστινούς, που κρατούσαν πολλά ζώα.

Κόσμος εργατικός.

Μάζευαν στο βουνό γκλογκιά, φασκόμηλο…, διάφορα φαρμακευτικά φυτά, τα φόρτωναν στα μουλάρια και τα κατέβαζαν στο χωριό...

Μου γινόταν ροκάνι - το μερεμετισμένο σαμάρι, αλλά και το καινούριο - να τους τα παρέδινα την ίδια μέρα.

Για να μην έχαναν το μεροκάματο…»

Το γερό σαμάρι γινόταν με ξύλο φτελιάς ή μιλικοκιάς…

Την καλή ξυλεία ο Γιώργος την έβρισκε στο Πιτσάρι, ενώ το βριζάχυρο, για το γέμισα της στρωματιάς, στο Λάμποβο.

Δεν ήταν καθόλου ντροπή η δουλειά του σαμαρτζή, αφού είχε χρήμα. Ο Μήτσιος Κόρρες με την τέχνη αυτή έγινε άρχοντας…

Μια μικρή παράγκα - όσο να χωράει το μάστορα και το σαμάρι, αρκεί για σαμαράδικο.

Στον τοίχο κρεμάς τα λίγα εργαλεία: Τα ειδικά σκεπάρνια: το πλατύ, το στενό και το κουφοσκέπαρνο…, τα σκαρπέλα, τα σμιλάρια, τα πριόνια…

Σου μιλάει ο Γιώργος για μπροστάρι, πιστάρι, λαιμαριά, παϊδες…- τα μέρη του σαμαριού - κι ας έχεις κάποια ηλικία κι ας κρατούσες γάιδαρο στο κατώι …

Ανοίγεις τα μάτια όλο απορία…

Τότε πώς να καταλάβει ο σημερινός  είτε αυριανός νεαρός τι υπονοεί κανείς, καθώς αναφέρει το ρητό: «Αν έσφαλε ο γάιδαρος τι φταίει το σαμάρι».

Όταν δεν έχει δει με τα μάτια του ούτε γάιδαρο, ούτε σαμάρι…

…Αφού αραιώνουν τα ζώα για μετακίνηση και μεταφορά από τον αγροτικό πληθυσμό - τ’ άλογο, το μουλάρι ο γάιδαρος - δεν χρειάζεται πια και το σαμάρι.

Εξελίχτηκαν τα πράγματα, άλλαξε η ζωή, έφτασε στη στάνη τ’ αυτοκίνητο. Έτσι που το επάγγελμα του σαμαρτζή πάει προς το σβήσιμο…

Ο Γιώργος Καρατζάς ίσως να είναι ο τελευταίος σαμαρτζής του τόπου μας.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
11/03/2015



Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

«ΣΤΕΡΙΩΣΟΥ!»

Καθημερινά, σχεδόν την ίδια ώρα - πρωί κι απόγευμα - ο μπάρμπα - Πύλιος (Κύρος) Νίκος ξεπορτίζει από το σπίτι του.

Η διαδρομή του είναι ως τα ξύλινα καθίσματα του γηπέδου - στα οποία ξεκουράζεται, παίρνει μιαν ανάσα - κι επιστροφή.

Ο μπάρμπα - Πύλιος έχει μια παράξενη συνήθεια:

Προτού μαζευτεί σπίτι, ανεβαίνει στο πεζούλι του τριγώνου - ανθόκηπου του χωριού - και την αράζει στα γόνατα.

Ακουμπάει σε πέτρινη κολόνα, παίζει κομπολόι και λογιάζει τον κόσμο που διαβαίνει…

Σταματούν ορισμένοι μπροστά του και πιάνουν μαζί του κουβέντα.

Όταν βλέπει τον άλλο απαισιόδοξο, απογοητευμένο, λόγω κρίσης, ο μπάρμπα - Πύλιος τού λέει μόνο μια λέξη:

«Στεριώσου…!».

(Στο πρώην σύστημα αρκετά χρόνια φύλαγε τα ντουφέκια).

Πάντα στη βάρδια του τον έτρωγε σαν το σαράκι η αϋπνία και η ευθύνη.

Σ’ ελεύθερο χρόνο, ανηφόριζε στην κορυφή του βουνού και μάζευε κλωνί το κλωνί τσάι, σαλέπι, ρίγανη…

Για το σπίτι και για πώληση.

Πατούσε τα παλιά λημέρια:

Το Λουίζι, το Γκουριάνι, τη Ζγκόρα…τοποθεσίες που σε νέα ηλικία  έβοσκε τα στείρα… φόρτωνε στις στάνες κοπριά και την κουβαλούσε με τ’ άλογα στον κάμπο, για τα γεωργικά φυτά…  

Έκανε ένα φεγγάρι κι αγροφύλακας …

Τ’ άρεσε πολύ η πάλη. Δώσε μου μέση να σε ρίξω, έλεγε ακόμα και σε νεαρούς.

Είχε λόξα και με την ιππασία.

Τα ‘βαζε με τον Σταύρο Γκούτζο, τον Λέο Μπόμπολη…, 20 με 25 χρόνια μικρότεροι απ' αυτόν…

Δεν τον πόνεσε δάχτυλο, δεν ήπιε χάπι. Τον πήρε με το καλό η ζωή.

Σου εξηγεί: 

«Τη μάνα μου μοιάζω, που πήρε πολλά χρόνια, έχω την κράση της κι εγώ».

Βλέπει στο δρόμο νεαρό, με «σκισμένο» καινούργιο παντελόνι, γελάει κάτω από τη μύτη και σου λέει:

«Στα χρόνια μας - με φτώχεια ως το γόνατο - μπαλώναμε απανωτά τα σκισμένα παντελόνια, τώρα οι νέοι μόλις τ’ αγοράζουν τα σκίζουν οι ίδιοι.

Τι μόδα είναι αυτή, έλα να τη βρεις.

Τρώνε και του πουλιού το γάλα, φύτρωσαν στις καφετερίες κι όμως…, όποιος σπείρει ας τα θερίσει κατάντησαν τώρα στη γενικότητα οι νέοι.

Τώρα δεν καταλαβαίνουν τι καιρός περνάει, όμως… μεγαλώνοντας θα τους έρθουν τα μυαλά…»
   

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
10/03/2015

   

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ

Μια ζωή δουλειά… μέσα στη φωτιά, στο ξενύχτι…!!!

Μόνο οι φουρναραίοι και οι αρμέχτρες, κυκλοφορούσαν χαράματα στα σοκάκια του χωριού.

Χειμώνα - καλοκαίρι….

Το φούρναρη  τον έκοβε στη μέση το άναμμα και το κάψιμο του φούρνου, το κούφισμα, το φούρνισμα - ξεφούρνισμα…

(Ξεπλατιζόταν απ’ το φτυάρι, μπάσε - βγάλε τα ταψιά).

Βάλε σ’ αυτή τη μεγάλη κούραση και το άγχος, που τον έτρωγε για να πετύχει το καλοψημένο ψωμί.

Ο Κώτσιος Σταμούλης - γιος του φημισμένου, «Μήτσιου Μπιρμπίλι», εκτός της λειτουργίας του, σαν φούρναρης, είχε και κάτι παραπάνω.

Του είχαν κρεμάσει στο λαιμό και το κουδούνι του υπεύθυνου.

Έπρεπε να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την ποιότητα, την ποσότητα του ψωμιού…

Γενικά για την τάξη, την πειθαρχία στο φούρνο…

Μετά από πολλά χρόνια, που κύλησαν χωρίς να τα καταλάβει, σου λέει:

Έξι φούρνους ψωμί - συνήθως μπομπότα  στην αρχή και μετά καθάριο - έτρωγαν τα τέσσερα χωριά εκείνη την εποχή.

Κατέφθαναν ένας μετά τον άλλο, την καθορισμένη ώρα, οι κουβαλητές, φόρτωναν στ’ άλογα - σε ξύλινα κιβώτια - τα υπολογισμένα ψωμιά για τα χωριά τους.

Ο Μίχος Ντούλες εφοδίαζε τη Γοραντζή, ενώ ο Παναγιώτης Κούγκουλης, Βάνιστα και Χάσκοβο».

Τα μάτια του Κώτσιου - κανείς δεν γεννιέται μαθημένος - του τ’ άνοιξε ο Πέτρος Μπάσσιος στους Αγίους Σαράντα.

«Με έβαζε - λέει - σε μια τεράστια σκάφη - τεσσάρων μέτρων - ολόκληρο αλώνι - και ζύμωνα με τα χέρια τη ζύμη για ψωμί.

Σηκωνόμουν στα νύχια να πιάσω την άλλη άκρη της ζύμης, για να τη γυρίσω…

Ήμουν νέος και δυνατός, (βασικός αμυντικός στην ομάδα ποδοσφαίρου του χωριού) κι άντεξα το σικλέτι…

Έβγαζα τρεις σκάφες την ημέρα, ζύμωνα κουϊντάλια αλεύρι.

Μου ‘βγαινε η ψυχή…!

Στο φούρνο του χωριού κατέληξα το ’85, μετά από μεγάλη διαδρομή.

Μετατέθηκα αυτού απ’ τη Φέρμα…».

Πολλά χρόνια φάγαμε καλό ψωμί από τα χέρια του Κώτσιου.

Κάποια στιγμή ασχολήθηκε και με τη μαγειρική. Για να μας προσφέρει το ποιοτικό ποικίλο και μπόλικο φαγητό. 

Στο εστιατόριο της Δερβιτσάνης γύριζαν όλο κέφι, να γευτούν τα ορεκτικά του πετυχημένου μάγειρα, αρκετοί οδηγοί.

Λουλούδια φυτεμένα από τα χέρια του Κώτσιου, ανθίζουν και μοσχοβολούν ακόμα και σήμερα στον αυλόγυρο της εκκλησίας της Δερβιτσάνης, στην Αγία Παρασκευή…

Έκανε και νεωκόρος…, βοηθούσε τον παπά στη λειτουργία, χτυπούσε την καμπάνα… χαρμόσυνα για τις γιορτές, πένθιμα για τις λύπες…

Τώρα, παρήλικος πια, χαίρεται τη σύνταξη…

Καιρός πλέον για ξεκούραση…!

   
Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

08/03/2015

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΓΙΑΤΊ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΛΑΣΜΕΝΗ ΕΤΣΙ Η ΑΤΙΜΗ ΖΩΗ (;!)

(Κοινωνικό θέμα)

Ενώ… το φτυάρι σκεπάζει το κατεβασμένο φέρετρο στον τάφο, στο νεκροταφείο πέφτει σιωπή τάφου.

Σε μιαν άκρη ακούς μια φωνή να λέει σιγανά:  

«Εδώ έκλεισε μιαν ιστορία…Είμαστε αέρας…Μια ιδέα…Περαστικοί…

Ένα τίποτα…

Καταντάμε μια χούφτα χώμα…»

Συνεχίζεται μέσα μου, χωρίς να το θέλω, αυθόρμητα ο ακόλουθος συλλογισμός:

« Όλ’ αυτά… ζώντας πάνω στη γης… δεν τα καταλαβαίνεις… Δεν τους δίνεις καμιά σημασία…

Στην κοινωνία που ζούμε, δυστυχώς, περισσεύει η κακία…

Από φόβο..., από πόνο…, μόνο όταν συνοδεύεις νεκρό γίνεσαι άνθρωπος...     

Μόλις το πόδι σου βγαίνει έξω απ' το νεκροταφείο, ξεχνάς το θάνατο. Νομίζεις ότι γλίτωσες, ότι είσαι αθάνατος εσύ...

Δεν υπολογίζεις… ότι κάποια στιγμή… θα σου βρει κι εσένα την πόρτα ο χάρος

…. Και δώστου ξανά απ’ την αρχή.

Παλεύουμε σαν τ’ αγρίμια πώς να φάμε ζωντανό ο ένας τον άλλο...  

…Κονταρομαχούμε, καυγαδίζουμε άσκοπα, σκοτωνόμαστε μεταξύ μας: χωριανοί, γείτονες, ακόμα και αγαπημένα αδέλφια.

Για μια σπιθαμή γης, για έναν τοίχο, για τα σταλάματα… Πάνω στη μοιρασιά… γινόμαστε ρεζίλη

Γιατί να είναι πλασμένη έτσι η πρόστυχη, η άτιμη ζωή…(;!) Μπορείς να μου πεις(;!)

… Και πότε τάχα πρόκειται ν’ αλλάξει (;!)   


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

05/03/2015

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ - ΤΕΛΗ




  (Σκίτσο από τη μικρούλα, Καλλιρρόη Διαμάντη)

Είδα και τις δύο Καλλιρρόες, να  κατευθύνονται προς το μαγαζί:

Την ευκίνητη μικρούλα - φωτιά - που δεν αφήνει πέτρα απανωτή, να τρέχει μπροστά ασταμάτητα.

Και την ηλικιωμένη γιαγιά, πίσω της, να την ακολουθεί λαχανιασμένη και να μην μπορεί να την φτάσει…

Με τη λαχτάρα μην σκοντάψει, πέσει και χτυπήσει η μικρή...

Μακραίνουν συνέχεια τα πόδια της εγγονής, της γιαγιάς κονταίνουν…

Η γιαγιά - Καλλιρρόη, ψάχνει στα ράφια του παντοπωλείου να βρει τα τρόφιμα, που της λείπουν.

Η πανέξυπνη μικρούλα - που δεν έχει ποιανού να μοιάσει - το «επικίνδυνο» ζωύφιο, το ζουλάπι, το ζωντόβολο, όπως αποκαλούν χαϊδευτικά τα σημερινά μικρά οι γιαγιάδες - ξυράφι από το στόμα, δεν την ξεγελάς με τίποτε - αρπάζει ένα στυλό κι ανέμελα φτιάχνει κύκλους σε τεφτέρι πάνω στο τραπέζι…

Κάτω από τους λογαριασμούς της Βέφης…

Μπαίνοντας σε μαγαζί, αντί να ορμίσει με μανία στις σοκολάτες, στα μπισκοτάκια, στις καραμέλιες… σαν να την έβαλε κανείς, σχεδιάζει στο πι και φι ένα πορτρέτο.

Φτιάχνει πρώτα το κεφάλι. Έπειτα με τη σειρά: Τ’ αυτιά, τα μαλλιά, τα μάτια, τη μύτη, το στόμα… Επιμένει περισσότερο στο μούσι…

Κρατάει το στυλό σαν να είναι μεγάλη. Κι όχι σαν μικρούλα 2 ετών..

Σε μεγαλύτερη ηλικία ζωγράφισε κάποτε και η γιαγιά της, τον Κόλη Στέργιο με το ψαρί μουστάκι του.

Καβάλα στον πεταλωμένο γάιδαρο, φορτωμένο με τους ματαράδες, να μεταφέρει γάλα στην πόλη για πώληση.

Τη ρωτάει η καλή γιαγιά όλο περιέργεια:

«Μάτια μου, για πες μου, ποιον ζωγράφισες έτσι;».   

Απαντάει η μικρούλα όλο χαρά:

«Το θείο - Τέλη».

Εννοεί τον κουμπάρο που έχει το μαγαζί.

Και γελάει δυνατά…

Σου μοιάζει  ότι από τώρα η μικρή Καλλιρρόη «ψάχνει» το μυστικό κλειδί της ζωγραφικής. 

Μ’ αυτό αργότερα - όταν με το καλό μεγαλώσει - ν’ ανοίξει την πόρτα της ζωής.

Να ενταχθεί στην μεγάλη στρατιά των ζωγράφων.

Τα καταπληκτικά γνωστά πινέλα του χώρου μας, όπως ο Γιώργος Μήτσης, ο Γιώργος Τζούμπας, ο Οδυσσέας Σέλλειος, ο Σπύρος Διαμάντης, ο Μάνθιος Μπωζιόρης, ο Θοδωρής Ράιδος, ο Ορφέας Σέλλειος…, βλέποντας κι εκτιμώντας το «έργο» της μικρής Καλλιρρόης, θα εκπλαγούν…

Αλλά και θα «ζηλέψουν»…, επόμενο είναι.

Γιατί από τόση μικροί ηλικία, αυτοί δεν διακρίθηκαν…!!!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
05/03/2015




Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΣΙΓΜΑ

(Το κείμενο που ακολουθεί, γράφτηκε πριν από μερικά χρόνια.
Την περίοδο που οι Αλβανοί το είχαν βάλει με τη γλώσσα μας.
Τώρα, δυστυχώς, έχομε το κακό από μέσα.
Από τους Ελλαδίτες… τ’ αδέλφια μας…
Επιχειρούν τον  ψεκασμό στα ονόματά μας…) 

Το ίδιο θέμα το χειρίστηκαν κι άλλοι νωρίτερα, σε αρκετά πεζογραφήματα.

Ακόμα και σε ποίηση:

«Μας κλέψανε το σίγμα», έγραψε ο Μίνας Λέκκας...

Μοναδικός σκοπός μου  είναι να κρατήσω το θέμα ζωντανό - στην επικαιρότητα…

- Ακόμα δεν προέκυψε καμιά συγκροτημένη φωνή -.

Μην την ακούσει κανείς, τη λάβει υπόψη και μας επιστρέψει το κλεμμένο τελικό σίγμα των ονομάτων μας.

Που μας ξεχωρίζει σαν Έλληνες - λέει την καταγωγή μας.

Απλοί  δικοί μας άνθρωποι ταράζουν διαρκώς τα στεκούμενα νερά.

Σηκώνουν κύμα. 

Αντάρτικα όμως.

Από μόνοι τους.

Χωρίς καμιά υποστήριξη.

Δίνουν αγώνα για να μπει στ’ ονοματεπώνυμό τους το τελικό σίγμα.

Μερικοί τα κατάφεραν με τ’ όνομα. Με το επώνυμο τίποτε ακόμα.

Υπάρχει, λένε, κάποιο κόλλημα.

Θα ξεκολλήσει, που θα πάει.

Οι Έλληνες έπαρχοι, που τώρα πια είναι όλοι  της Ομόνοιας - και δεν τους «εμποδίζουν» οι σοσιαλιστές - αδιαφορούν για το «κουτσούρεμα» τ’ ονόματος.

Σαν να μην είναι δικό τους πρόβλημα, δική τους έγνοια. Ζουν με τον πανικό μην τυχόν τους ταρακουνηθεί  τίποτε η καρέκλα…

Είναι υποκρισία με το τσουβάλι  να μιλάς για σεβασμό ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων, για εφαρμογή Σύμβασης Πλαισίου και ως Έλληνας βουλευτής στο Αλβανικό Κοινοβούλιο, να δέχεσαι να σου προφέρουν το ελληνικό ονοματεπώνυμο σου χωρίς τελικό σίγμα:

Βαγγέλ Ντούλε, Σπύρο Πέτση, Βαγγέλ Τάβο...

Σαν να μην σε γέννησε και σε βύζαξε Ελληνίδα Μάνα.

Απλά αναφέρω γεγονότα.

Διατυπώνω συμπεριφορές που, θέλοντας ή μη, σ’ οδηγούν στο συμπέρασμα ότι βουλευτές κι έπαρχοι  έβγαλαν το τελικό σίγμα στο σφυρί.

Αν σκέπτονται διαφορετικά - έχουν άλλη εκδοχή - ας μας την πουν.

Καλοδεχούμενη.

Αλλά… καλύτερα ας μας την αποδείξουν έμπρακτα, με συγκεκριμένη πράξη.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

 03/03/2015