Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΑΣΠΡΗ ΤΥΧΗ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟΓΥΡΟ!

Ενώ είχα ξεγράψει από καιρό το Μαύρογυρο, 

αφού δεν είχε κανέναν κάτοικο και τα σπίτια του είχαν αφεθεί στο έλεος της τύχης…

να γκρεμίζονται…

ακούω πρόσφατα κι ένιωσα χαρά, ότι επέστρεψε εκεί και μένει μονίμως ένας κάτοικος.

Η επαρχία του Πωγωνιού τον στήριξε.

Του ανέθεσε καθήκον να συντηρεί τους βασικούς δρόμους της περιοχής.

Να παίρνει ένα μισθό…

Να κρατιέται στη ζωή.

Σ’ αυτό το διάστημα, αφού αδυνάτισε να πληρώσει το ηλεκτρικό, του το έκοψαν.

Επίσης, δεν ξέρω για ποιο λόγο, τον έβγαλαν κι από τη δουλειά…

Έμεινε στους πέντε δρόμους…

Διαμαρτυρήθηκε σ’ αρμόδια όργανα:

«Το φως μην μου κόβεται, τουλάχιστον, παρακάλεσε τις δημοτικές αρχές.

Περιμένω αυτές τις  μέρες να ‘ρθει στο χωριό μου κι η Ρωσίδα σύζυγός μου.

Αν θα με βρει χωρίς φως, τι να κάνει εδώ...

θα μου φύγει…!»

Μαθαίνω ότι όλοι του συμπαραστάθηκαν.

Του ‘δωσαν το χέρι…

Στο χαμένο - εγκαταλειμμένο χωριό - αυτή τη στιγμή ίσως να είναι και οι δύο κάτοικοι.

Η θερμή εγκάρδια ευχή μου είναι:

«Το Μαυρόγυρο να κατοικηθεί κι απ' άλλα ζευγάρια…

Να έχει άσπρη τύχη…!!!».


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
30/01/2016


    

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΚΟΛΟΝΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Ακολουθούσε βήμα - βήμα τους κουρασμένους του γονείς, έριχνε κι αυτός με τα τρυφερά του χέρια σπόρο στην αυλακιά.

Έγινε υποχρεωτικά από μικρός, ζευγίτης ο Ηλίας Διαμάντης.

Πεθαίνοντας ο πατέρας του, σε νέα ηλικία, έγινε αυτός κολόνα του σπιτιού.

Την επταμελή του οικογένεια, αργότερα, τη μεγάλωσε στην άπλα του κάμπου.

Μέσα στους αγρούς.

Κάτω απ’ τη σκεπή της Καλύβας του Διαμάντη.

Ήταν αντιστασιακός.

Καθώς τον μυρίστηκαν οι Ιταλοί να περνάει στο «Ζεστό» με τα φορτωμένα μουλάρια, τον παίρνουν καταπόδι…

Για να μην τον πιάσουν, τρέχει και κρύβεται σ’ υπόγειο του σπιτιού του.

Μετά από σήραγγα - ανοιγμένη από τον παππο - Μήνο - ρίχνεται στου Πούλη.

Τον κρατούν και τον θρέφουν εκεί αρκετά μερόνυχτα.

Πάνω στις αναταραχές, στις ανακατατάξεις, στις τριβές στο χώρο μας, προσχωρεί μαζί και μ’ άλλους συγχωριανούς, το Μήτσιο Τσίγκα, τον Ηλία Μπαρούτα…, στα στρατεύματα του Ζέρβα.

Για μια τριετία στη σειρά - όταν ζούσε μονίμως κάτω στην καλύβα - το χωριό με ψήφο τον εκλέγει μουχτάρη.

Εκείνο το διάστημα, τον ειδοποιεί νύχτα η αστυνομία να είναι παρόν κι αυτός στην κατάσχεση του σπιτιού του Γιώργου Σύρμου.

«Είναι αργά… θα κατατρομάξουμε τη φαμίλια, θα πανικοβάλουμε τα μικρά - αντιστάθηκε.

Ελάτε αύριο το πρωί, μέρα ξημερώνει…»

Μεσάνυχτα περνάει το Μεγαλάκκο, πηγαίνει ξυπνάει το Γιώργο και τον προειδοποιεί:

«Τι έχεις, τι δεν έχεις… ξεκούμπωσέ τα όλα τα χρήσιμα πράγματα, γιατί αύριο το πρωί έρχονται να στα πάρουν!».

Την επόμενη η αστυνομία με ειδική επιτροπή μπροστά, βρήκε στου Σύρμου μόνο κρεμασμένα κατσιούλια σε καρφιά.

Παρέα με τον πατέρα μου, με τα γυαλιά στα μάτια, σκάλιζε ο Ηλίας στουρνάρι, έστρωνε κι έριχνε κι αυτός μυλόπετρες.  

Με το ζόρι παρέδωσε τα βόδια κι ένα μουλάρι στο «κοινό» νοικοκυριό.

Ορμήνευε την Καλλιρρόη:

- Έβγα στη δουλειά κορίτσι μου, για να μη σε ρεζιλεύει στο χωριό το βράδυ με τη ντουντούκα του ο τελάλης.

Στη σύνταξη βγήκε απ’ τα μαντέμια.

Σε μεγάλη ηλικία καθάριζε με το φτυάρι τα χώματα, χειριζόταν επιδέξια το λοστό.

Ξέκοβε από το βουνό τεράστια πέτρινα στρώματα, τα ‘σπρωχνε στην κατηφόρα, τα τεμάχιζε με τη βαριά, ετοίμαζε σωρούς με ποιοτική πέτρα για οικοδομή. 

Έφυγε από τη ζωή ο μπάρμπα - Ηλίας Διαμάντης με πολλά παράπονα…

Με πολύ πόνο και καημό…

Αλλά… αξιοπρεπώς.

Υ.Γ. Στη φωτογραφία, που τη δανείστηκα από το αρχείο του Νίκου Διαμάντη, τα δύο άτομα στο κέντρο είναι: αριστερά ο Ηλίας Διαμάντης και δεξιά ο Μήτσιος Τσίγκας.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
26/01/2016



Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

ΚΑΝΤΕ ΤΟ ΑΠΟ ΠΟΝΟ…!

Αν θες να μαλώσεις με υπερήλικα.

Δικό σου άνθρωπο.

Είναι το μόνο εύκολο…

Πιάνεις και πετάς σε κάδο απορριμμάτων, ένα - ένα, καθώς συγυρίζεις το σπίτι, αχρείαστα…

παλιά αντικείμενα:

Ντουλάπια, καρέκλες, κατσαρόλες, τσουγκρισμένα πιάτα, ποτήρια, σουρωτήρια, κρησάρες, στρωσίδια …

Με μια λέξη 

παλιατζίδικα.

Γκρεμίστε ένα παλιό κατάχητο, που φτιάχτηκε με πολύ κόπο...  

Αντιτίθεσαι, επίσης, στα μονότονα του ηλικιωμένου μπαμπά, της ηλικιωμένης μαμάς, του παππού, της γιαγιάς.

Σε παλιές ιστορίες, σε γραμμόφωνο… με βελόνα κολλημένη στα ίδια.

Υπομονή όμως!

Κάντε θυσία!

Προσοχή: 

Μην το κάνετε ως υποχρέωση,

μόνο.

Ως φοβία, οδηγημένοι από το σκεπτικό μην το πληρώσετε εσείς,

το πάθετε στο κεφάλι σας αργότερα…

Κάντε το με ψυχή…!

Από αγάπη, από πόνο…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
24/01/2016








Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΝΑ ΟΡΓΩΘΕΙ ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ

Αθλητικό χωριό η Δερβιτσάνη…

Ακαταμάχητο…

Ο φόβος και ο τρόπος για όλα τ’ άλλα χωριά της περιοχής κυρίως στο ποδόσφαιρο.

Εφοδίαζε με ποδοσφαιριστές, βολεϊμπολίστες, παλαιστές… ακόμα και τ’ Αργυρόκαστρο.

Το ταλέντο είναι πατροπαράδοτο, αλλά επηρέασε στην εξέλιξη του αθλητισμού και η υποδομή.

Προπάντων το γήπεδο.

Το οποίο το 1960, για ν’ αυξηθεί η καλλιεργήσιμη γης, στελέχη του συνεταιρισμού επιχείρησαν να τ’ οργώσουν…

Νέοι του χωριού - παρόλες τις δυσκολίες του καιρού - αντιστάθηκαν, εμπόδισαν.

Η κολόνα που βλέπεται να στήνεται στο γήπεδο για άκρο στην τέρμα από το Βαγγέλη Κορκάρη - στην τραβηγμένη φωτογραφία από το Γιάννη Τσιούρη - είναι ιστορικό δείγμα εκείνης της ταραγμένης εποχής…


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
23/01/2016

      


   

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΝ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΟ ΔΡΟΜΟ

(Σαν ανέκδοτο)

Κυκλοφορεί - σαν ανέκδοτο - στη Δρόπολη ένας απλός  διάλογος που έγινε κατά την περίοδο της κατασκευής του δρόμου στην είσοδο της Καλογοραντζής

Ρώτησε δήθεν φανατικός αριστερός - που ακολουθεί σαν λαγωνικό τον Τάβο σ’ οποιαδήποτε κομματική μεταγραφή έναν Γοραντζινό:

- Ξέρεις ποιος έφτιαξε το δρόμο στην είσοδο του χωριού σου;

- Ο καιρός τον έφτιαξε! - απαντάει ο Γοραντζινός. 

Ο δρόμος αυτός λογικά έπρεπε να είχε γίνει πριν από πολλά χρόνια…

Κρατική είναι η επένδυση, αλλά για να γίνει… έβαλε χέρι και ο βουλευτής της περιοχής. 

- Ευτυχώς που δεν μυρίστηκε πιο νωρίς την προσπάθεια του Τάβου ο Ντούλες, για να την ακύρωνε - ρίχνεται και του λέει ξανά ο φανατικός αριστερός.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

20/01/2016

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

ΘΛΙΒΕΡΟ!!!

Προσπαθώ ν’ αποφύγω κείμενα που προκαλούν απαισιοδοξία, άγχος και λοιπά. Αλλά... αυτά με κυνηγούν...!!! Μ’ έχουν πάρει καταπόδι.

Είναι θλιβερό…!!! Να ελέγχει το αλβανικό κράτος ακόμα και τα νεκροταφεία στη Δρόπολη, σε στιγμή πόνου, θλίψης…

σε μέρα κηδείας.

Να καραδοκεί αν ο εργάτης που ανοίγει τον τάφο, έχει άδεια νεκροθάφτη…

(Ποιος δεν πιστεύει το γεγονός, ρωτάει το Μιχάλη και το Φατόσι. Όχι τα γραφεία τελετών, που εκμεταλλεύονται το θάνατο...)

Αυτό το αισχρό γεγονός - που σηκώνει μόνο σχόλιο οργής και αγανάκτησης - συνέβηκε πρόσφατα στη Βάνιστα. Καθώς αποχαιρετούσε το μικρό χωριό τη μάνα - Όλγα...

Σιγά - σιγά, έτσι όπως παν τα πράγματα, σύντομα θ’ ασκηθεί αυστηρός έλεγχος και στο νεκρό, για το … αν πήρε άδεια για να πεθάνει.

Κι αν πλήρωσε προκαταβολικά τα θαφτικά!!!

Έχουν πολλά ακόμα να δουν τα μάτια μας...

Παρά πολλά ...


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

19/01/2016






Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΤΗΝ ΠΗΓΗ!

Παλεύω αρκετά - καιρό τώρα - με την ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Την ψάχνω στο σπίτι μου, στη γειτονιά, στο χωριό…

Σε όλη την περιοχή.

Παντού.

Την επεξεργάζομαι, τη ζωντανεύω μέσω ειδικού προγράμματος.

Κι έπειτα την αρχειοθετώ.

Η καθεμιά απ’ αυτές έχει ιστορία.

Κουβαλάει μια εποχή.

Τη δουλειά, τη διασκέδαση, την εξάσκηση, τη μάθηση…

Όταν την προβάλω - τη θέτω σε χρήση όλων μας - πάντα αναφέρω το πρόσωπο που μου τη δάνεισε.

(Φωτογραφία χωρίς υπογραφή είναι αποκλειστικά προϊόν του δικού μου φακού).

Είναι τιμή, σέβας και κανόνας να δηλώνουμε την πηγή.

Παραδείγματος χάρη:

Η καταπληκτική φωτογραφία - τραβηγμένη μετά από μια λαογραφική εκδήλωση - που συνοδεύει το κειμενάκι μου σήμερα, είναι από το προσωπικό αρχείο του γείτονά μου, Αριστείδη Κορκάρη…

Σε ευχαριστούμε Αριστείδη!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
18/01/2016


Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΡΟΚΑΝΙΣΜΑ…

Κύριε Ροκανά!

Στο λέω ευθέως από την αρχή:

Ο τόπος μας δεν έχει χρόνο για ροκάνισμα.

Ούτε ανάγκη ο κοσμάκης μας για διαπαιδαγώγηση.

Γνωρίζει κάλλιστα τη Σπάρτη, το ήθος, το ύφος και την ηθική.

Και την ανωτερότητα του Αρχαίου και σημερινού Έλληνα.

Ξέρει και τιμά και σέβεται όποιον παλιό είτε νέο αγωνιστή προσέφερε στον τόπο του.

Την Ελλάδα την έχει μέσα στην καρδιά.

Αλλά από τους πολιτικούς της έχει ένα μεγάλο παράπονο.

Δεν μπορεί να διανοηθεί πώς συνέταξαν την παράλογη νομοθεσία…

Και χώρισαν θεληματικά τους Βορειοηπειρώτες παρήλικες από τους υπόλοιπους Έλληνες

Για να τους αφαιρέσουν έπειτα σκόπιμα τη σύνταξη του ΟΓΑ.

Σε συνέχεια μαγείρεψαν χίλια δυο δικαιολογητικά, ώστε μόνο οι Βορειοηπειρώτες να μην πληρούν όρους.

Και να μην επωφελούνται το επίδομα αλληλεγγύης του υπερήλικα ανασφάλιστου.

Κυρίως όσοι ζουν στα πάτρια εδάφη.

Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα...


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
17/01/2016     


ΤΙ ΕΙΡΩΝΕΙΑ!

(Η κάθε εποχή γράφει με το μολύβι της τη δική της ιστορία)

Στην ίδια αίθουσα,

τα ίδια πρόσωπα,

μαζεύονται

κάθε ίδια περίοδο

και λένε τα ίδια

για την Ομόνοια.

Ομολογούν τον πόλεμο,

τον αγώνα...

με σπαθιά, με ξυλοτούφεκα…  

γι’ άφθονο αίμα…

…ως το γόνατο.

Πρωτάκουστη η σκέψη -

γι’ ανέγερση μουσείου Ομονοίας.

Οι ήρωες - σωτήρες του τόπου,

αδειάζοντας τον τόπο…

να μπουν σε προθήκες.

να είναι τα πρότυπά μας...

τι ειρωνεία…!!!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

17/01/2016

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΠΛΕΚΤΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

Ακόμα και στα βαθιά γηρατειά ο άνθρωπος θέλει κάτι να κάνει.

Όχι για τίποτε άλλο. Μόνο για να περνάει τον καιρό.

Για ν' αποδείξει κιόλας ότι ακόμα είναι χρήσιμος.

Άλλοι ξηλώνουν ότι πλεκτό τους βγαίνει μπροστά. Και μαζεύουν το νήμα σε κουβάρια.

Η γλυκιά μου μάνα ευτυχώς δεν ξηλώνει άσκοπα. Ότι νήμα βρίσκει τ' αξιοποιεί.  

Συνήθως αγοράζει καινούργιο μάλλινο νήμα και πλέκει μ’ αυτό πούπες, κουκούλες, κάλτσες (ψηλές - κοντές) γάντια.... Ότι δε σου χωράει ο νους.

Τα κάνει δέμα, τα τυλίγει με νάιλον κι έπειτα τα κερνάει.
Τα δωρίζει. 

Τα πλεκτά των χεριών της, για μικρούς και μεγάλους - μονόχρωμα, έγχρωμα - μην σας φαίνεται καθόλου παράξενο... μοιράζονται στους μαχαλάδες του χωριού σε δικούς μας…

Ακόμα και στους "μαχαλάδες" του κόσμου. Πέρασαν και το σύνορο.

Έφτασαν σε Αθήνα…Αμερική, Τσεχία, Καναδά.

"Ανησυχούν" συχνά τη μάνα μου φωνές από την άκρη του κόσμου.  Φίλοι και συγγενείς τη συγχαίρονται.

Της λένε από μακριά το θερμό ευχαριστώ!


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
15/01/2016


   

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

«ΚΑΙΡΟΙ… ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!»

(Περιγράφει ο Φώτος, ο γιος του Σιώρη - μυλωνά τον πατέρα του. Φέρνει έξυπνα κοντά μου την εικόνα του: Στο μπόι τον έμοιασε ο Κίτος, στο πρόσωπο ο Πίλιος, ενώ στη λογική κανένας…).

Μολογούν ότι ο παππο - Σιώρης Γκούτζος ήταν καλός άνθρωπος.

Πρωτοπόρος ανάμεσα σε σαράντα δερβιτσώτες, που συμμετείχαν ενεργά το ‘13 στο κίνημα γι’ Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου.

Το ‘15 έφτασε στην Αμερική, δούλεψε μερικά χρόνια σκληρά και κονόμησε πολλά λεφτά…

Σε τρία ταξίδια έσπειρε τρία παιδιά.

Γύρισε πίσω το ‘38 στο χωριό μόνο γι’ αυτά. Για να τα ταχτοποιήσει...

Δούλευε σαν ισμεκιάρης… στον κατασκευασμένο επί τουρκοκρατίας νερόμυλο της Ντοφτής κι αγορασμένο από τον Υσνί Χότζα, ο πατέρας του.

Αργότερα το μύλο τον πήρε ο Σιώρης με 350 χρυσές λύρες.

Και το νερόμυλο στο Μιντζόρι επίσης με 250 χρυσές λύρες…Τους έκανε δύο.

Πάνω στον πόλεμο του τον έκαψαν το δεύτερο.

Όσο γύρισε απ' την ξενιτιά, τον τίμησε, τον έκλεξε μουχτάρη το χωριό.

Μόνος τους έφτιαχνε τις μυλόπετρες, τις έριχνε στο νερόμυλο, τις σκάλιζε…συντηρούσε τη φτερωτή, πρόσεχε την κάναλη…

Τον ενάμισι ή δύο καλοκαιρινούς μήνες, που ο νερόμυλος δεν είχε δουλειά, γιατί ξέμενε από νερό, ο μυλωνάς με φτυάρι και μπέλι καθάριζε τ’ αυλάκι, που έφτανε ως το Γιοφύρι της Κυράς.

Καθόταν σε ξεχωριστό χώρο και η οικογένεια εκεί. Με τη γάστρα, το τζάκι, τις κατσαρόλες, την αγελάδα, τη γάτα, τα πουλερικά.

Όταν αρρώστησε βαριά κι αργότερα απεβίωσε ο Σιώρης - μυλωνάς, τον ανέλαβε ο γιατρός ο Μάσσιος  να τον γιατρέψει στο Τεπελένι, ενώ ο Φώτος με τη μάνα του εκείνη την περίοδο δούλευαν μόνοι τους το μύλο.

Όταν κουβαλούσε το ξάι σπίτι ο 14χρονος γιος, για να έκαναν λιπανή και τσούχτρο, ο Σιώρης έκλαιγε.

Του πείραξε ο Σιάνος την πληγή το ‘49, καθώς τον είδε ακουμπισμένο σε ντουβάρι και στεναχωρημένο πολύ που του ‘παιρνε το κράτος τ’ αγορασμένο μοτέρ πετρελαίου στην Ιταλία για το μύλο του χωριού.

- Σιώρη ! - του λέει, στα πήραν όλα.

- Καιροί…παιδί μου, καιροί! Τι να πεις!

Χωρίς να ξέρει το γιατί, έκανε και λίγους μήνες φυλακή. Μπήκε και βγήκε απ’ το κελί χωρίς δικαστική απόφαση.

Δύο φορές, φορεμένος επίτηδες πολύ φτωχά, αν τον έβλεπες θα σου λυπόταν η ψυχή, έφτασε έτσι μέχρι τα Τίρανα.

Καθώς προχωρούσε η σάτα για την πρωτεύουσα, όπου έβλεπε κατοικημένα μέρη, όπως, π.χ. το Τεπελένι, ρωτούσε «αθώα»:

- Μήπως φτάσαμε…; Εδώ είναι τα Τίρανα;

Σ' όλο το δρόμο το 'κανε αυτό δύο - τρεις φορές...

Οι συνοδοιπόροι γελούσαν…

Έκαμε να βγάλει τα σαντάλια με λουριά έξω από την Κεντρική Επιτροπή, για να μην λέρωνε τα κιλίμια του Ενβέρη, αλλά δεν τον άφησε ο συνοδός.

Παρουσίασε στους γραμματείς μια τζαντίλα γεμάτη με χαρτιά.

Του ‘δωσαν αυτοί εκεί μόνο μια μικρή πούσουλα …

- Μπα… πού να πάω μ’  αυτό το μικρό χαρτί για να μου λυθεί ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα!

Κι όμως… ενώ αυτός βρισκόταν ακόμα μεσοδρομίς τα προβλήματα στο χωριό ξεκίνησαν να λύνονται ένα - ένα.

Το σπίτι έγινε ξανά δικό του και του μειώθηκε αισθητά η φορολογία…

Τον κυνηγούσε συνέχεια το κράτος. 

Ένα τροπάρι, μετά από βαρύ ντεμασκάρισμα στο χωριό, τον κήρυξαν κουλιάκο.

Του πήραν την τέσσερα του Μετώπου, του αραίρεσαν για μερικά χρόνια στη σειρά και το εκλογικό δικαίωμα.

Ήταν φλογερός πατριώτης.

Ομολογεί ο Φώτος:

«Έτυχα σε τραπέζι που τρωγόπιναν με το καντήλι ο Γιώργος Σύρμος, ο Λάμπης Ρόγκος, ο Φιλλίπης Μπόμπολης και ο πατέρας μου.

Όλη τη νύχτα κρυφομιλούσαν για την Ελλάδα.

Κοιτούσαν το χτένι του κόκορα… έλπιζαν, χαίρονταν…

Θα ‘ρθει η Ελλάδα τον Αύγουστο, το Πάσχα του Χρηστού, το Πάσχα το Μέγα...

Τόσο μεράκι είχανε…τόσο μεράκι και οι τέσσερις!!!».


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
13/01/2016







Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

ΣΦΙΧΤΑ ΔΕΜΕΝΟΙ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Όταν φεύγαμε όλοι από το σπίτι, κλειδώναμε την εξώπορτα του αυλόγυρου και «κρύβαμε» το κλειδί στον οβορό.

Δεν σε ένοιαζε αν σ’ έβλεπε, καθώς ανέβαινες στο σουφά να το κρύψεις, γείτονας ή περαστικός…

Κανείς δεν άγγιξε το παραμικρό…

Ποτέ δεν μας έλειψε κάτι της απ’ το σπίτι.

Οι γείτονες - ο ένας με τον άλλο - επικοινωνούσαν αδελφικά.

Πολλά σπίτια με κοινή σκεπή - που επί το πλείστων ήταν αδελφομοιράσματα - τα συνέδεε εσωτερική πόρτα επικοινωνίας.

Η οποία ανοιγόταν σε ώρα ανάγκης - σε δύσκολη στιγμή.

Ο Παντελής Καρατζάς θυμάται:

«Ο Γιώργος Σταμούλης τότε μαθητής, όταν δυσκολεύονταν να λύσει κάποιο μαθηματικό πρόβλημα ή άσκηση,  απευθυνόταν σε μένα.

Συνομιλούσαμε και του προσέφερα τη βοήθεια μέσω της χώρισης με τσατμά.

Του υπαγόρευα εγώ από τη μια μεριά και έγραφε αυτός από την άλλη...»

Λέει επίσης ο Παντελής:

«Η κακω - Τίκα με τη μάνα μου, έδιναν κι έπαιρναν μέσω της καμάρας στον κοινό τοίχο που χώριζε τις αυλές των γειτονικών μας σπιτιών.

Άφηνε πάνω στο πράκι η μια το λαχανόψωμο και η άλλη τη λιπανή.

Κουβέντιαζαν, έπιναν παρέα το κριθάρι.

Το ίδιο σύμβαινε και από την πλευρά του Σταμούλη.

Έκλαιγα, αντιστεκόμουν μικρός όταν ήθελαν να μου πλύνουν τα πληγωμένα πόδια από την ξυπολυσιά και τα πολλά παιχνίδια.

Ο Γερμανός που έμενε απέναντι σε κατασκήνωση, κάνει με νόημα στην αδελφή μου να με περάσει - μέσω καμάρας - απέναντι.

Μόλις βρέθηκα στα χέρια του Γερμανού, δεν έβγαλα λαλιά.

Μου έπλυνε καλά - καλά τα πόδια αυτός, μετά μου έδωσε φέτα με βούτυρο και ξανά από την καμάρα με πάσαρε στους δικούς μου….»

Ήταν σφιχτά δεμένοι - ο ένας με τον άλλο - οι παλιοί.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

10/01/2016

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

«ΝΑ ΦΥΓΕΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ!».

Ο Χρηστάκης Τζούμπης, ο πετυχημένος οφθαλμίατρος, που στη ζωή του εχθρό έχει την ηλικία, άλλον κανέναν, διακρίνεται για ευχέρεια λόγου.

Αφηγείται διάφορα περιστατικά.

Περιγράφει γοητευτικά το «έτοιμο υλικό», αλλά κι αυτοσχεδιάζει όμορφα.

Στον «Οντά» κάπου στο Σταυροπάζαρο της πέτρινης πόλης, όπου καθίσαμε να πιούμε ένα ποτήρι, αυθόρμητα ο νους του πάει 25 χρόνια πριν…

Με την ιστορία εμένα που ξεσκόνισε τη μνήμη, ενώ στον Αντών Λιούλια την έλεγε για πρώτη φορά:

«Με δύο στενούς φίλους - το Γκέντσι Σιέχου και το Σωκράτη Παπαδόπουλο - πάμε στο σπίτι του Γιώργου στο χωριό.

(Το δικό μου δηλαδή).  

Να τον ευχηθούμε για την ονομαστική του γιορτή.

Στην πέτρινη αυλή - κάτω από την περγουλιά - μέρα μεσημέρι στρώθηκε το τραπέζι.

Ο Δημήτρης, ο πατέρας του εορτάζοντα - ντόμπρος στο χαρακτήρα - μόλις μας είδε, χάρηκε πολύ.

Το ίδιο και η πανέξυπνη κι όμορφη μάνα του, η Βιτορία - με δέρμα προσώπου σε απόχρωση ψημένου σταχυού.

Δεν έκρυβε εύκολα την απέραντη αγάπη για το γιο της…

Αλλά εκείνη την ημέρα δεν τον άφησε με τίποτε να πάρει αυτόνομα πρωτοβουλίες.   

Η Λιάντα - κουβαλούσε - κουβαλούσε ακατάπαυτα...

Βασικός μεζές στο γεμάτο τραπέζι ήταν τα γευστικά κιεφτεδάκια, που μοσχοβολούσαν σ’ όλη τη γειτονιά.

Όσο ερχόταν η πιατέλα…, άδειαζε μεμιάς.

Αφού είχαμε πιει και φάει του σκασμού, απευθύνθηκα στο Γιώργο (δείχνει εμένα):

Ο ντόμπρος μπαμπάς σου ας καθίσει εδώ.

Η μαμά σου, που καταλαβαίνει πολλά - χαλάει δουλειά, κοίτα τι μπορείς να κάνεις για ν' απομακρυνθεί…

Γιατί μας μετράει τα κιεφτεδάκια, που καταβροχθίζουμε λαίμαργα…»

Αντήχησε ο «Οντάς» στο Σταυροπάζαρο απ’ τα χωρατά.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
06/01/2016


  

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΙΠΑΤΗΘΕΙ

Τ’ Αργυρόκαστρο τώρα το συνδέει με τον Οβυρό καταπληκτική λεωφόρος.

Αλλά στο λιθόστρωτο πεζοδρόμο, μόλις ρίχνεις τα πρώτα βήματα, σκέπτεσαι αμέσως να τον αποχωριστείς.

Επιλέγεις τον ποδηλατοδρόμο που κατασκευάστηκε ευτυχώς πλάι του.

Με στρώση - επένδυση κόκκινου τούβλου.

Αφού το κάθε βήμα πάνω στις ανώμαλες πέτρες ντουβαριού το νιώθεις βαρύ σφυρί…

Να σου χτυπάει δυνατά τον εγκέφαλο.

Ζευγάρι αποκλείεται να σπρώξει σ’ αυτόν τον πεζόδρομο - στη βόλτα του - καροτσάκι με μωρό.

Αυτό είναι πεζοδρόμιο που θα μείνει κενό…

Δεν θα εξυπηρετήσει, αλλά μόνο θα καθαρίζεται συνέχεια από σκουπιδιάρη…

Και… δυστυχώς ποτέ δεν θα περιπατηθεί.

Τι μηχανικός είναι αυτός που δεν σκέφτηκε το βασικό - τη λειτουργικότητα του πεζοδρομίου -.  

Δεν μπορώ να τον φανταστώ…

Κάτι παρόμοιο - λένε - γίνεται και στο Γεωργουτσάτι.

Στο κέντρο που θα στεγαστεί μελλοντικά το Δημαρχείο της περιοχής...


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

04/01/2016

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

VJERSHË PËR DOKTORIN

Poezi nga miku im gjirokastrit, Hadër MEVLANI kushtuar doktorit, Vasil Jorgji.


Doktor i dashur shkuan vite,
qëkur ke ikur, ty s’je më
dhe të kujtojmë përherë më rallë,
kur e sjell rasti këtë gjë.

Në supkoshiencë më është fiksuar,
ai shikimi i gjerë si det,
të ngrohtat fjalëzat të tua,
që përmirësonin çdo pacient.

Kur zemra jote e lodhur bënte,
të fundmet rrahje gjithsesi,
përmbi qytet qëndronte varur,
ankthi i njerëzve për ty.

Se ty sa foshnja ke shpëtuar,
në netët me pagjumësi,
po ja, na ike heshtur, shtruar,
pra fli i qetë, o fëmi.

Me pikëllim ne të përcollëm,
nga cdo rrugicë edhe sokak,
me mall të thjeshtë punëtori,
mësues, bujq dhe druvarë.

Në funeralin tënd të dhimbshëm
edhe natyra derdhi shi,
me baltë këpucët na u mbushën,
çuam pak baltë në çdo shtëpi.

Doktor i dashur, shkuan vite,
qëkur ke ikur, por ty je,
në hovin tonë i përtëritur,
plot vrull rinor edhe hare.


03/01/2016